Created By
NafTiLos

Τελευταία ενημέρωση
22/6/2001
Σελήνη 19 ημερών
Η νύχτα ξαναρχίζει να μεγαλώνει

H λογοτεχνία του Κυβερνοχώρου

Απόπειρα Ορισμού

Ως κυβερνολογοτεχνία μπορεί να οριστεί η χρήση του υπολογιστή (συμπεριλαμβανομένου του software, του hardware, και των δικτύων) προκειμένου να μεταμορφωθεί ή να εμπλουτιστεί η εμπειρία του γραπτού λόγου. Ο όρος καλύπτει διάφορα πεδία δράσης όπως:

·       Ηλεκτρονικά εργαλεία που βοηθούν τους συγγραφείς στην παραγωγή ιδεών ή στη δημιουργία μιας ιστορίας.

·       Ηλεκτρονικά βιβλία, περιοδικά, κτλ.

·       Καινοτόμα αφήγηση ιστοριών (συμπεριλαμβανομένου του υπερκειμένου, των
πολυμέσων και των παιχνιδιών).

·       Περιβάλλοντα φαντασίας σε δίκτυα με δυνατότητα αλληλεπίδρασης πολλών χρηστών.

Υπάρχουν ήδη πολλά βιβλία που κυκλοφορούν σε ηλεκτρονική μορφή. Μπορούμε εύκολα
να φανταστούμε ότι στο μέλλον όλα τα βιβλία θα υπάρχουν και σε ηλεκτρονική μορφή, θα
είναι αλληλένδετα, θα επαναδιατάσσονται, και θα μπορούν να επανασχεδιαστούν σε νέα μορφή έτσι ώστε να μπορεί κανείς να ανιχνεύει κοινές γραμμές σκέψης διατρέχοντας
διάφορα βιβλία και άρθρα. Προσπαθώντας  να αποδώσουμε έναν πιο σφαιρικό ορισμό, μπορούμε να πούμε ότι κυβερνολογογτεχνία είναι κάθε γραπτό κείμενο που αξιοποιεί τους υπολογιστές στην δημιουργία, στην κατανάλωση και στη διάδοσή του, και το οποίο επιτρέπει γραμμική ή μη πλοήγηση των περιεχομένων του, είτε με τον έλεγχο του αναγνώστη είτε δίχως αυτόν. Το σύνολο όλων αυτών των πιθανών κειμένων συμπεριλαμβάνει ηλεκτρονικά βιβλία και άρθρα γύρω από κάποιο θέμα, καθώς και ηλεκτρονικές εκδόσεις γραπτών μιας περιόδου, μιας χώρα ή μιας εικονικής κοινότητας.

 

Πως διαφέρει η κυβερνολογοτεχνία από την παραδοσιακή λογοτεχνία

Ο συγγραφέας του HYPERTEXT II: State of the Art, Gordon Howell, δίνει τον παρακάτω ορισμό: "Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ συμβατικής λογοτεχνίας (λέγεται επίσης γραμμική λογοτεχνία) και αλληλεπιδραστικής λογοτεχνίας είναι ότι στη δεύτερη ο αναγνώστης γίνεται μέρος της ιστορίας και ελέγχει εν μέρει την κατεύθυνση και την εμπειρία της τέχνης".

Μπορούμε εδώ να κάνουμε έναν παραλληλισμό με φυσικούς τρόπους μετακίνησης –
"πλοήγησης". Η ανάγνωση μιας ιστορίας είναι σα να παίρνουμε το αεροπλάνο, το λεωφορείο ή το τρένο: είμαστε παθητικοί επιβάτες, πηγαίνουμε από την αφετηρία (εισαγωγή) στον προορισμό (τέλος), δίχως να επιλέγουμε την πορεία. Η χρήση της αλληλεπιδραστικής λογοτεχνίας θυμίζει την οδήγηση αυτοκινήτου: μεταφέρουμε τον εαυτό μας επιλέγοντας τη διαδρομή, και καταλήγοντας μερικές φορές σε άλλο μέρος από αυτό που ξεκινήσαμε να
πάμε.

 

Βιβλία σε δίσκους: η ηλεκτρονική μετανάστευση της λογοτεχνίας

Η απλούστερη μορφή μεταφύτευσης της λογοτεχνίας στον κυβερνοχώρο είναι η μεταφορά υπαρκτών κειμένων σε ηλεκτρονική μορφή, πράγμα που είναι πλέον αρκετά διαδεδομένο.

Από πρακτικής σκοπιάς, σε τίποτα δε διαφέρουν από τα χειροπιαστά βιβλία. Για παράδειγμα, ο αναγνώστης μπορεί να τσακίσει τις σελίδες, να βάλει πολλούς σελιδοδείκτες, να αλλάξει την όψη του φόντου και των γραμμάτων, να υπογραμμίσει αποσπάσματα, αλλά να γράψει και σχόλια στα περιθώρια. Ένα επιπλέον πράγμα που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει μια
λέξη ή μια φράση στο σώμα του κειμένου, των σημειώσεων ή μεταξύ πολλών κειμένων. Στο μέλλον πιθανότατα θα υπάρξει η δυνατότητα για πολλαπλές εκδοχές του ίδιου βιβλίου προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στις ικανότητες κάθε αναγνώστη. Όσοι δεν είναι οπαδοί της τεχνολογίας, δεν πρέπει να θορυβούνται, τραγούδια όπως το Paperback Writer των Beatles θα συνεχίσουν να υπάρχουν για να μας υπενθυμίζουν την παλιά μορφή βιβλίων, αν και το σύνολο του έργου των ίδιων των Beatles υπάρχει ήδη σε ηλεκτρονική μορφή…

 

Λογοτεχνία που υπάρχει αποκλειστικά στον κυβερνοχώρο

Μπορούμε να θεωρήσουμε τα ηλεκτρονικά περιοδικά σαν μια μορφή κυβερνολογοτεχνίας. Αυτά τα περιοδικά αποτελούν σε κάποιες περιπτώσεις απλώς την ηλεκτρονική έκδοση έντυπων περιοδικών. Στα περισσότερα από αυτά υπάρχει ανατροφοδότηση από τους αναγνώστες (πχ. δημοσιεύσιμα e-mail), αναζήτηση κειμένων με λέξεις-κλειδιά, διασυνδέσεις με άλλο σχετιζόμενο υλικό, κτλ. Ορισμένα ηλεκτρονικά περιοδικά δεν υπάρχουν σε έντυπη μορφή, πράγμα που μπορεί να γίνει ο κανόνας για την κυβερνολογοτεχνία στο μέλλον.

Υπάρχουν επίσης συγγραφείς που περιορίζουν τα έργα τους αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας Jay David Bolter συγκατατίθεται στην αντιγραφή και μετάδοση των έργων του, δεν επιτρέπει όμως τη δημιουργία "αντιγράφων σε χαρτί ή σε παρόμοιο υλικό που μπορείς να κρατήσεις στο χέρι και να το διαβάσεις στο φως των κεριών ή του ηλεκτρισμού" ούτε "να δημιουργήσεις αντίγραφα που δεν απαιτούν τη χρήση
υπολογιστή για να παρουσιαστούν και να τα ανατρέξεις". Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η τακτική αποτελεί ένα μανιφέστο που προκαλεί τους σημερινούς αναγνώστες να
εγκαταλείψουν τον έντυπο λόγο για τη δόξα του κυβερνοχώρου;

Ο δημιουργός του όρου "κυβερνοχώρος" δημιούργησε μια αλλόκοτη παραλλαγή του
οράματος του Bolter. Ο William Gibson έγραψε ένα έργο το οποίο, μόλις αναγνωστεί αυτοκαταστρέφεται, δηλαδή ο αναγνώστης έχει μια και μοναδική ευκαιρία να το διαβάσει, πριν αυτό εξαφανιστεί για πάντα. Με αυτό το έργο που λέγεται Agrippa, ο Gibson πάει
παραπέρα από τον Bolter, δημιουργώντας ένα έργο το οποίο όχι μόνο δεν μπορεί να τυπωθεί αλλά το οποίο καταστρέφεται αμέσως μετά την ανάγνωση: το κείμενο κυλά αυτόματα και δεν μπορεί να αναγνωστεί για δεύτερη φορά. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει αυτό το έργο είτε σαν μια μορφή τέχνης (υπήρξε μια περιορισμένη έκδοση 95 αντιτύπων που πουλήθηκε έναντι 2.000 δολαρίων ανά αντίτυπο), είτε σαν ένα σχόλιο για την εποχή μας η οποία διαθέτει
μυριάδες μέσα για την διατήρηση των πληροφοριών, είτε σαν μια ευκαιρία για μεγάλη δημοσιότητα. Αλλά θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι ο Gibson διερευνά έναν νέο τρόπο χρήσης των υπολογιστών προκειμένου να διευρύνει την εμπειρία της ανάγνωσης,
εξαναγκάζοντας τον αναγνώστη να απολαύσει κάθε λέξη δεδομένου ότι αυτή θα εξαλειφθεί αμέσως μετά. Ίσως η διαδικασία της αυτόματης κύλισης και της αυτοκαταστροφής αναπαριστά το ύφος της εποχής μας, όπου η πληροφορία περνά πολύ γρήγορα και είναι έξω από τον έλεγχο μας. Είναι ίσως σχεδιασμένο σαν τη Θιβετιανή ζωγραφική στην άμμο, για να μας θυμίζει ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα και θα πρέπει να απολαμβάνουμε την κάθε
στιγμή, ακόμα κι αν η στιγμή αφορά στην ανάγνωση μιας σειράς από φωσφορίζουσες
κουκίδες σε μια οθόνη.

Φυσικά, ένας διανοητής σαν τον Gibson θα πρέπει να περίμενε ότι οι hackers θα προσπαθούσαν να σπάσουν τον κώδικα της αυτοκαταστροφής και να δημοσιεύσουν την ιστορία σε ηλεκτρονικές τοποθεσίες – πράγματα τα οποία όντως έγιναν. Έτσι, μπορούμε να σκεφτούμε συνωμοτικά και να ισχυριστούμε ότι ο Gibson απλώς χρησιμοποίησε ένα πολύπλοκο μέσο έτσι ώστε να εμπνεύσει τους hackers να αναπτύξουν τρόπους παρεμπόδισης των ιών από το να εξαφανίζουν δεδομένα από τις μνήμες. Δηλαδή, ο στόχος του συγγραφέα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία μιας ιστορίας-μάρτυρα, έτσι ώστε να διασφαλίσει ότι η μελλοντική κυβερνολογοτεχνία θα μπορούσε να επιβιώσει επί μακρόν.

Θα μπορούσε βέβαια ο Gibson να είναι απλώς κάπως παρανοϊκός σχετικά με τη λογοκλοπή. Ή να μην του αρέσει ο τρόπος χρήσης των πνευματικών δικαιωμάτων από το εμπόριο, ενώ οι συγγραφείς δεν αμοίβονται για τις νέες πωλήσεις.

Όποια γραμμή ερμηνείας και να επιλέξουμε, το σίγουρο είναι ότι αυτά συνέβαιναν κατά το σωτήριο έτος 1992. Σήμερα – στο ήδη παρελθόν 1999 επίσης – το Agrippa βρίσκεται σε
τριψήφιο τουλάχιστον αριθμό ιστοσελίδων στο δίκτυο, στην πλέον στατική του μορφή…

  

Αυτόματη παραγωγή ιστοριών από υπολογιστή

Τα ηλεκτρονικά βοηθήματα στην ανθρώπινη συγγραφική δραστηριότητα πρέπει επίσης να θεωρηθούν ως ένας συστατικό του σύμπαντος της κυβερνολογοτεχνίας. Σε αναλογία με τα προγράμματα CAD, τα οποία βοηθούν στην γραφική αναπαράσταση φυσικών χώρων,
υπάρχουν και προγράμματα που βοηθούν στη δημιουργία κειμένων, παράγοντας νέες ιδέες, δραματοποιώντας χαρακτήρες, δοκιμάζοντας πιθανές πλοκές, οργανώνοντας και τυπώνοντας ένα κείμενο.

 

Υπερκείμενο: Αλληλοσυνδεόμενες, αλληλεπιδραστικές διηγήσεις

Τα έργα που χρησιμοποιούν συνδεόμενα κείμενα ελεγχόμενα από το χρήστη ονομάζονται υπερκείμενο. Το υπερκείμενο έχει οριστεί με πολλούς τρόπους: μη στατικό κείμενο,
παράθυρα κειμένου συνδεδεμένα με συνειρμικούς δεσμούς, ή πλοηγήσιμη πληροφορία. Αρκετοί πιστεύουν ότι τα έργα σε υπερκείμενο δίνουν σκοπό και σχέδιο στην κυβερνολογοτεχνία, "και το βασικό εργαλείο για να γίνει αυτό είναι ο μηχανισμός σύνδεσης: στη θέση της γραμμικής πορείας του έντυπου με τις διαδοχικές σελίδες, προσφέρει ένα
δίκτυο από εναλλακτικά μονοπάτια ανάμεσα σε κείμενα μέσω δεσμών" σύμφωνα με τον Robert Coover στο The New York Times Book Review.

Οι εφαρμογές του υπερκειμένου είναι πάρα πολλές, από παιχνίδια περιπέτειας ως χώρους μουσείων. Τα αφηγήματα είναι μια εξ αυτών. Σχεδόν όλες οι έντυπες αφηγήσεις έχουν γραμμική παρουσίαση, πράγμα που δεν είναι μοναδική επιλογή στο υπερκείμενο, στο οποίο οι αναγνώστες μπορούν να επιλέξουν το δικό τους "μονοπάτι ανάγνωσης", συμμετέχοντας έτσι ενεργητικά στο κείμενο.

Η ποίηση σε υπερκείμενο είναι μια κατηγορία της κυβερνολογοτεχνίας, στην οποία εξάγονται γραμμές από ένα μεγαλύτερο κείμενο (πχ. ένα αφήγημα) για να κατασκευάσουν το ποίημα σε υπερκείμενο. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Jonathan Post έχει
γράψει αρκετά ποιήματα σε υπερκείμενο, μερικά από τα οποία χρησιμοποιούν τα έργα του μύθου της επιστημονικής φαντασίας Ray Bradbury ως "πηγή έμπνευσης" για την παραγωγή του κειμένου. Αυτά τα ποιήματα έχουν μια μοναδική μορφή συνεργασίας: ένας συγγραφέας παρέχει τις λέξεις, ενώ ένας άλλος επιλέγει ορισμένες από αυτές και τις αναδιατάσσει. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ποίημα σε υπερκείμενο επιλέγει τις γραμμές με ένα ενιαίο θεματολογικό υπόβαθρο, αλλά υπάρχουν και πολλά έργα στα οποία το νόημα δεν είναι προφανές.

Βέβαια η ποίηση σε υπερκείμενο δεν απαιτεί τη χρήση υπολογιστή (μπορεί κάποιος να
αποσπάσει από την πηγή το υλικό που θέλει και να δει ποια μοτίβα δημιουργούνται). Μπορούμε όμως να φανταστούμε προγράμματα που διατρέχουν κείμενα και αυτόματα σταχυολογούν αποσπάσματα, με την πιθανή συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης.

  

Δημιουργώντας υπερχώρους

Δεδομένου ότι το υπερκείμενο μπορεί να περιγραφεί ως μια μήτρα ή μια αποθήκη αλληλοσυνδεόμενων πληροφοριών, παραλληλίζεται με ένα φυσικό κτίριο, το οποίο έχει
επίσης την ιδιότητα των συνδεδεμένων χώρων. Αντί για αντικείμενα, τα κυβερνοκτίρια αυτά
είναι γεμάτα με πληροφορίες. Μερικοί συγγραφείς έχουν χρησιμοποιήσει αυτή τη μεταφορά περί κτιρίου ως πηγή έμπνευσης – και σαν έναν τρόπο σχεδιασμού εύχρηστων διεπιφανειών.

Ένα παράδειγμα είναι το Uncle Buddy's Phantom House, του πρωτοπόρου John Mc Daid. Αν και ο ίδιος το ονομάζει "μυθιστόρημα υπερμέσου", θυμίζει λιγότερο μυθιστόρημα και περισσότερο επίσκεψη σε εικονικό κτίριο. Ο ίδιος ο τίτλος βέβαια θυμίζει φυσικό χώρο. Όλα του τα δωμάτια, είτε είναι αναπαραστάσεις φυσικών δωματίων είτε όχι (ορισμένα μοιάζουν με αφηρημένους νοητικούς χώρους σχεδιασμένους για να διαλύουν τους μεταφορικούς περιορισμούς του αναγνώστη), είναι αφιερωμένα στα κατορθώματα ενός χαρακτήρα, του
Θείου Buddy. Ας σημειώσουμε ότι η λέξη υπερκείμενο δεν χρησιμοποιείται στην γενική περιγραφή του προγράμματος από το συγγραφέα: αν και το κείμενο είναι το βασικό συστατικό αυτού του μυθιστορήματος, υπάρχουν επίσης σχέδια, διαγράμματα, φωτογραφίες ακόμα και κασέτες που συνοδεύουν την πλοήγηση στις οθόνες του Σπιτιού.

Όπως με όλα τα έργα των υπερμέσων, οι αναγνώστες μπορούν να περιηγηθούν ελεύθερα ανάμεσα στα πλούσια σε πληροφορίες παράθυρα, με όποια σειρά θέλουν και με πολλούς τρόπους. Ο Gavin Edwards επισημαίνει στο Village Voice ότι το έργο αυτό είναι ένα "δίκτυο φράκταλ το οποίο δεν μπορεί να κατεβαστεί ποτέ και να τυπωθεί σε χαρτί". Ίσως αυτό το χαρακτηριστικό αποτελεί ένα κριτήριο για το πότε ένα έργο εντάσσεται στην κυβερνολογοτεχνία. Μπορούμε να πούμε ότι ορισμένα έργα χρησιμοποιούν τα χαρακτηριστικά του υπολογιστή τόσο επιδέξια που, αν και συνεχίζουν να είναι μυθιστορήματα που αφηγούνται μια ιστορία, μπορούν να υπάρξουν ως έργα μόνο μέσα σ' έναν υπολογιστή ή σε ένα δίκτυο.

Παρ' όλα του να μοναδικά και ενδιαφέροντα γνωρίσματα, το Uncle Buddy's Phantom House παραμένει ως σχεδιασμός ένα κατακερματισμένο τοπίο με πληθώρα πληροφοριών διασκορπισμένων παντού. Μπορεί λοιπόν να νομιμοποιηθεί ως μυθιστόρημα, μια περιήγηση σε μια συλλογή πληροφοριών, ακόμα κι αν αυτές συνδέονται σε ένα κεντρικό θέμα;  Όποια απάντηση κι αν δώσουμε σε αυτό το ερώτημα, η αμφισβήτηση των ορίων της λογοτεχνίας που θέτει, είναι ενδιαφέρουσα.

Ένα άλλο ανάλογο εγχείρημα είναι το Hypertext Hotel, μια προσπάθεια που ξεκίνησε το 1991 από τον Robert Coover στο Πανεπιστήμιο Brown. Σε κάθε ένα από τους 17 φοιτητές που παρακολουθούν το μάθημα του Coover κάθε εξάμηνο, διατίθενται 10ΜΒ σκληρού δίσκου στον κεντρικό υπολογιστή του πανεπιστημίου, στα οποία "εργάζονται και αποθηκεύουν την εργασία τους – ένα μυθιστόρημα σε υπερκείμενο που αποτελείται από πολυάριθμα
'παράθυρα' και 'δεσμούς' ". Το Ξενοδοχείο κατοικείται από χαρακτήρες δημιουργημένους από τους φοιτητές. Οι χαρακτήρες αυτοί βιώνουν όλα όσα βιώνουν οι χαρακτήρες ενός έντυπου μυθιστορήματος, ειδύλλια, φόνους, κτλ. Κάθ' ένας μπορεί να διαβάσει, αλλά δεν μπορεί αν αλλάξει το έργο ενός άλλου φοιτητή. Οι νέοι φοιτητές, ή κάποιοι διακεκριμένοι επισκέπτες του Coover, δημιουργούν ένα νέο δωμάτιο στο ξενοδοχείο ή έναν δεσμό μεταξύ δωματίων.

Σήμερα, οποιοσδήποτε μπορεί να επισκεφτεί το Hypertext Hotel, μια που έχει μεταβληθεί σε MUD. Πιθανότατα δε φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να το διατρέξει κανείς, καθιστώντας τον όρο λογοτεχνικό σύμπαν κυριολεξία.

 

 

Εικονική πραγματικότητα, κυβερνοχώρος, και διαδικτυακό μυθιστόρημα

Ο Michal Moshell, καθηγητής της επιστήμης υπολογιστών στο Visual Systems Laboratory του Institute for Simulation & Training, εργάζεται με μια ομάδα νέων που ονομάζεται Toy Scouts, σε ένα μοναδικό πρόγραμμα: ένα "online θέατρο αλληλεπίδρασης", χρησιμοποιώντας φοιτητές απ' όλον τον κόσμο για να σκηνοθετήσει τους "κυβερνοηθοποιούς" σε ποικίλλους δραματικούς ρόλους.

Ο Moshell επισημαίνει ότι το έργο θα είναι στην αρχή δισδιάστατο, και μετά θα μεταφερθεί στην εικονική πραγματικότητα όταν "κατασκευαστεί" ένας τρισδιάστατος κόσμος. Οι
φοιτητές θα "γίνουν" στην κυριολεξία, οι χαρακτήρες που υποδύονται, συμπεριλαμβανομένης της εμφάνισης του χαρακτήρα. Το σχέδιο του Moshell φαίνεται να σχετίζεται με τους
βασισμένους σε κείμενο κόσμους των MUD (Multi-User Dimensions ή Dungeons) και των MOO (MUDs, Object-Oriented) στο Internet, και μπορεί να θεωρηθεί ως ένας πιο οπτικός
διάδοχος αυτών των κυβερνοπεδίων.

  

Θέματα σχεδιασμού, δομής και περιεχομένου

Καθώς κατασκευάζεται ένας μυθιστορηματικός κυβερνοχώρος, είναι προτιμότερο να δείχνονται με σαφήνεια τα μονοπάτια που μπορεί να πάρει κανείς, ή να επιτρέπεται στους αναγνώστες να τα ανακαλύπτουν μόνοι τους; Με ποιο τρόπο θα πρέπει να επιτρέπεται στον αναγνώστη να προσθέσει κάτι στο έργο; Θα πρέπει οι συγγραφείς να περιορίζουν τις
επιλογές του αναγνώστη / αναθεωρητή; Αυτά τα ερωτήματα είναι μερικά από τα καίρια
θέματα προς εξερεύνηση στο νέο αυτό πεδίο.

Ένας συγγραφέας πρέπει να κάνει διαρκώς επιλογές – γύρω από την πλοκή, του χαρακτήρες, το θέμα, κτλ. Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η άνθηση της κυβερνολογοτεχνίας θα καταστήσει τελικά το γράψιμο "ευκολότερο" για τον δημιουργό καθιστώντας το "δυσκολότερο" για τον αναγνώστη / συμμετέχοντα. Αυτό σημαίνει ότι ο συγγραφέας θα έπρεπε να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του λιγότερο στις επιλογές γύρω από την ιστορία και περισσότερο στις επιλογές γύρω από το κεντρικό θέμα, την ανάπτυξη των χαρακτήρων, τα υποθέματα, κτλ. Ο συγγραφέας θα έπρεπε να επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει επιλογές κατά τη διάρκεια κάθε ανάγνωσης, οι οποίες θα οδηγούσαν δυνάμει σε διαφορετική εξέλιξη της ιστορίας κάθε φορά. Οι συγγραφείς θα έμοιαζαν περισσότερο με σκηνοθέτες στο τελικό μοντάζ, προσπαθώντας να συμπεριλάβουν περισσότερες πληροφορίες με τους λιγότερους δυνατούς περιορισμούς.

Φυσικά ο συγγραφέας συνεχίζει να έχει το καθήκον να διασφαλίζει ότι ο πυρήνας της
ιστορίας του αναπτύσσεται σωστά και έχει κατάλληλη δομή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι τροποποιήσεις σε κλασικές ιστορίες είναι βασικό προϊόν του κινηματογράφου, του θεάτρου και της λογοτεχνίας, όπως είναι για παράδειγμα οι ριζικές ανανεώσεις ενός θεατρικού έργου μέσω της σκηνοθετικής ματιάς και της ερμηνείας των ηθοποιών. Άλλωστε τα έργα τέχνης που βασίζονται στην αλληλεπίδραση γίνονται σταδιακά όλο και πιο δημοφιλή και παύουν να θεωρούνται προϊόντα μιας πειραματικής πρωτοπορίας.

Για να συνοψίσουμε, η δυνατότητα αλληλεπίδρασης και η ευελιξία της πλοκής δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της κυβερνολογοτεχνίας, και δεν επαρκούν καθαυτά για να
προσδιορίσουν το πεδίο δράσης της. Εν ευθέτω χρόνω η κυβερνολογοτεχνία θα πάψει να αποτελεί καινοτομία, και τα μοναδικά της χαρακτηριστικά θα κληθούν να καλλιεργηθούν σε
βάθος προκειμένου να λάβει τη θέση της μεταξύ των τεχνών.

 

Κυβερνολογοτεχνία και παιχνίδια

Από άποψη δομής, η κυβερνολογοτεχνία ακροβατεί μεταξύ συμβατικής λογοτεχνίας και ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Για παράδειγμα, με ένα συμβατικό βιβλίο έχουμε συνήθως έναν αναγνώστη κάθε φορά, και όταν υπάρχουν περισσότεροι (όταν για παράδειγμα ο γονέας
διαβάζει κάτι στο παιδί του), υπάρχει φυσική εγγύτητα μεταξύ των αναγνωστών. Αντίθετα, η κυβερνολογοτεχνία που βρίσκουμε στα ΜΟΟ και στα ΜUD, καθώς και σε έργα όπως το Hypertext Hotel, υπάρχουν αρκετοί συμμετέχοντες, που βρίσκονται σε διαφορετικούς τόπους. Αυτό συναντάται σε πολλά παιχνίδια μέσω δικτύου σήμερα.

Που βρίσκεται λοιπόν το όριο μεταξύ της κυβερνολογοτεχνίας και των παιχνιδιών; Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι σαφές. Υπάρχουν πραγματικές και ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα σε αυτά τα δυο; Η διαχωριστική γραμμή δεν είναι συγκεκριμένη. Ένα ειδοποιό χαρακτηριστικό είναι ότι στην κυβερνολογοτεχνία συνεχίζει να υπάρχει κάποιας μορφής
διήγηση. Η διήγηση αυτή μπορεί να παρουσιάζεται με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, ή ακόμα να επιτρέπει την επέμβαση του αναγνώστη πάνω στη ροή της, αλλά δεν καταργείται. Στα παιχνίδια ο παίκτης βιώνει μια σειρά γεγονότων, τα οποία δε συνιστούν όμως συνήθως μια συγκροτημένη ιστορία. Μια άλλη διαφορά είναι ότι στα παιχνίδια λείπει το βάθος, η πολύπλευρη απόδοση και η εξελιξιμότητα των χαρακτήρων.

Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι τα παιχνίδια είναι ένα υποσύνολο της κυβερνολογοτεχνίας, δηλαδή αν αυτή σχεδιαστεί καταλλήλως επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει ότι μπορεί να
κάνει και σε ένα παιχνίδι, αλλά και κάτι παραπάνω. Μια άλλη προσέγγιση θα ήταν να αντιμετωπίσουμε την κυβερνολογοτεχνία σαν το σημείο άρθρωσης μεταξύ της παθητικής ανάγνωσης και της αλληλεπίδρασης που προσφέρουν τα παιχνίδια. Αλλά πιθανόν δεν είναι απαραίτητο να τραβήξουμε μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ συμβατικής λογοτεχνίας, κυβερνολογοτεχνία και παιχνιδιών, αν δεχθούμε ότι ο κύριος άξονας αναφοράς
παραμένει η απόλαυση του αναγνώστη και συμμετέχοντος.

 

Πνευματική ιδιοκτησία

Είδαμε ότι η ενεργητική συμμετοχή του αναγνώστη στο κείμενο με την πρόσθεση νέων στοιχείων είναι ένα από τα καίρια γνωρίσματα της κυβερνολογοτεχνίας. Καθώς η διαχωριστική γραμμή μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη μειώνεται, ο συγγραφέας είναι πολύ πιθανόν να φτάσει να νιώθει αποξενωμένος από την ίδια του τη σύλληψη, μη αναγνωρίζοντας την εξέλιξη της ιστορίας και των χαρακτήρων που ο ίδιος εμπνεύστηκε.

Πέρα από τους συναισθηματικούς παράγοντες φυσικά, συναντάμε και προβλήματα
πνευματικής ιδιοκτησίας και οικονομικής αποζημίωσης. Ποιος δικαιούται πλέον να καρπωθεί τα οφειλόμενα από την παραγωγή ενός έργου;

Μια λύση που έχει προταθεί είναι ο ηλεκτρονικός έλεγχος των αντλούμενων και
προστιθέμενων πληροφοριών. Μέσω ενός κατάλληλου συστήματος, κάποιος που απλώς αντλεί πληροφορίες πληρώνει γι' αυτές, όπως ο αναγνώστης πληρώνει για να αποκτήσει ένα βιβλίο. Εξάλλου, κάποιος που προσθέτει πληροφορίες, πληρώνεται αναλόγως. Μια τέτοια προσέγγιση όμως, αντιστρατεύεται έναν θεμελιώδη νόμο της λειτουργίας του διαδικτύου σύμφωνα με τον οποίον "Η πληροφορία παρέχεται δωρεάν", και μεταθέτει την κυβερνολογοτεχνία στο πεδίο των ηλεκτρονικών εμπορικών συναλλαγών.

Ένα άλλο πρόβλημα που προκύπτει είναι πως μπορεί να υπάρξει τελικός έλεγχος πάνω σε ένα έργο που μεγαλώνει διαρκώς και ποιος είναι υπεύθυνος για τις κοινωνικές του
επιδράσεις.

Μια άλλη λύση που έχει προταθεί είναι η δημιουργία οργανισμών που θα λειτουργούν ρυθμιστικά, όπως περίπου λειτουργούν οι συμβατικοί εκδοτικοί οίκοι, πληρώνοντας τους συγγραφείς, κατοχυρώνοντας τα πνευματικά δικαιώματα, διευθετώντας τα προβλήματα,
παρέχοντας διάφορες υπηρεσίες στους αναγνώστες κτλ. Οι αναγνώστες και οι συγγραφείς δεν θα έρχονται σε άμεση επαφή αλλά η σχέση τους θα διαμεσολαβείται από τον "κυβερνο-εξυπηρετητή" (cyberserver). Και πάλι βέβαια υπάρχουν θεωρητικά αλλά και
πρακτικά προβλήματα όπως είναι η πιθανότητα υποκλοπής από τους ηλεκτρονικούς hackers, τα οποία θα τίθενται όλο και πιο πιεστικά καθώς η κυβερνολογοτεχνία θα γίνεται πιο
δημοφιλής.

 

Περίληψη και συμπεράσματα

Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της κυβερνολογοτεχνίας είναι υψηλή αλληλεπίδραση, ευρύτερες επιλογές στις ιστορίες, ποιο σύνθετες αφηγηματικές δομές, και η δυνατότητα εξωτερικού εμπλουτισμού. Ο διαχωρισμός μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη θα γίνεται ολοένα και πιο ασαφής καθώς θα δίνεται στους αναγνώστες όλο και περισσότερο η δυνατότητα (όχι η επιταγή) να εξασκούν μεγαλύτερο έλεγχο στα αφηγηματικά μονοπάτια. Πολλά έργα όπως για παράδειγμα το Hypertext Hotel, δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν σε έντυπη μορφή διατηρώντας τα ουσιαστικά τους γνωρίσματα.

Οι σκέψεις σχετικά με το μέλλον της κυβερνολογοτεχνας βρίθουν σήμερα στην συμβατική λογοτεχνία. Για παράδειγμα, έννοιες όπως το υπερκείμενο έχουν οδηγήσει ορισμένους να προβλέπουν την μελλοντική δημοτικότητα αυτού που αποκαλείται πλοήγηση σε ιδέες (ideasurfing, όρος που θυμίζει και προέρχεται από το netsurfing, δηλαδή την περιπλάνηση στο
δίκτυο). Η πλοήγηση σε ιδέες θα διαφέρει από την αλλαγή καναλιών στην τηλεόραση,
δεδομένου ότι η δεύτερη δεν διαθέτει συνεκτικό θέμα. Αντίθετα, η πλοήγηση σε ιδέες
μπορεί να εφαρμοστεί έχοντας κατά νου ενιαία θέματα. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να διαβάσει ένα τμήμα ενός βιβλίου που αφορά στο θέμα Χ, μετά να μεταφερθεί σε ένα άλλο βιβλίο που επίσης πραγματεύεται το Χ θέμα, και ούτω καθεξής.

Θα εξοικειωθούν τόσο γρήγορα με κάτι τέτοιο οι αναγνώστες, με συνέπεια η παλιά γραμμική μέθοδος ανάγνωσης να καταστεί παρωχημένη; Θέτοντας το διαφορετικά, θα γίνουμε τόσο εξαρτημένοι από την πλοήγηση σε ιδέες στο βαθμό που πολλοί από μας είναι εξαρτημένοι από το τηλεοπτικό ζάπινκ; ίσως, αλλά δεν πρέπει να χάνουμε την ιστορική μας προοπτική, δηλαδή το γεγονός ότι οι αναγνώστες ήδη περιφέρονται ανάμεσα σε βιβλία και σε περιοδικά, τα ξεφυλλίζουν, τα αντιγράφουν, απομονώνουν αποσπάσματα και τα επικολλούν αλλού. Οι αναλογίες με τα παλιότερα μέσα μπορούν σε πρώτο στάδιο να μας βοηθήσουν να κρίνουμε τα νεότερα.

Καθώς η κυβερνολογοτεχνία ξεπερνά το εμβρυακό της στάδιο, σταδιακά θα συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι η έσχατή της σημασία είναι ο ελεύθερος και μη ολοκληρωτικός χειρισμός των πληροφοριών που βασίζονται σε κείμενο. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη στενή της σχέση με άλλες τέχνες, την μουσική, τη φωτογραφία, το βίντεο, κ.α., πράγμα που την εντάσσει σε μια συζήτηση ευρύτερη από της στενά λογοτεχνική. Χειρισμός μπορεί να σημαίνει, όπως στο υπερκείμενο, πλοήγηση σε προϋπάρχουσες οθόνες με κείμενο, όπου κατ' ουσίαν ο αναγνώστης ακολουθεί τις δικές του αφηγηματικές γραμμές. Ή, μπορεί να σημαίνει τα έργα στα οποία οι αναγνώστες μπορούν οι ίδιοι να προσθέσουν στοιχεία στο έργο. Ήδη, προσθέσεις νέων χαρακτήρων, νέων ιστοριών και νέων συνδέσεων, είναι
πράγματα που επιτρέπονται ήδη σε έργα όπως το Hypertext Hotel.Επίσης, βλέπουμε ότι
υπάρχουν πια ηλεκτρονικές μορφές παλιότερων τεχνικών, όπως είναι το περίφημο "cut-up" του William Burroughs, στο οποίο απομονώνονται αποσπάσματα από προϋπάρχοντα κείμενα και επαναδιατάσσονται σε τυχαία σειρά. Τέτοιου είδους χειρισμοί μπορεί να καταλήγουν ορισμένες φορές στη δημιουργία κειμένων που "δεν βγάζουν νόημα", αλλά εδώ το νόημα δεν ορίζεται από κανέναν άλλο παρά από τον ίδιο τον παρατηρητή. Άλλωστε, υπάρχουν ήδη εξελιγμένα προγράμματα που αξιοποιούν αυτήν τη "μιμητική αναδιάταξη", χρησιμοποιώντας κατάλληλους συντακτικούς και σημασιολογικούς κανόνες, έτσι ώστε να προσδίδεται νόημα στις προτάσεις που παράγονται μέσω αυτής της τυχαιοποιημένης διαδικασίας.

Ένα από τα αποτελέσματα όλων αυτών των δυνατοτήτων χειρισμού στα πλαίσια της κυβερνολογοτεχνίας, είναι ότι οι αναγνώστες λαμβάνουν διαφορετικές εκδοχές ενός συγκεκριμένου έργου. Αυτό σημαίνει ότι οι μελλοντικοί αναγνώστες θα προσδοκούν υψηλότερη δυνατότητα αλληλεπίδρασης, όπως οι μετα-γουτεμβεργιανοί αναγνώστες προσδοκούσαν φτηνότερα και ευκολομεταφερόμενα βιβλία μερικούς αιώνες πριν. Όλοι
γνωρίζουμε τι συνέβη μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας: η ταχύτητα της μετάδοσης πληροφοριών αυξήθηκε δραστικότητα. Η περαιτέρω αύξηση αυτής της ταχύτητας μέσω της ηλεκτρονικής τεχνολογίας θα προκαλέσει άραγε μια κοινωνική επανάσταση ανάλογης έκτασης; Μερικοί απαντούν θετικά. Άλλοι πιστεύουν ότι η κυβερνολογοτεχνία θα προστεθεί απλώς στο κύριο σώμα της λογοτεχνίας σαν ένα νέο είδος, επισημαίνοντας με νόημα ότι για παράδειγμα ο Stephen King συνεχίζει να είναι κατά πολύ δημοφιλέστερος του James Joyce. Από την άλλη πλευρά, εύκολα μπορούμε να φανταστούμε κάποιον στην εποχή του
Γουτεμβέργιου να υποστηρίζει ότι τα μικρά και φτηνά βιβλία ποτέ δε θα γίνουν πιο δημοφιλή από τις προφορικές διηγήσεις…

Δεν είναι δυνατόν να αποφανθεί κανείς με βεβαιότητα για όλ' αυτά, πριν περάσουν μερικά χρόνια. Μέχρι τότε, ας αναρωτηθούμε για ένα ακόμα πράγμα: όταν μπήκε στην ζωή των ανθρώπων ο έντυπος λόγος, δεν είχε την τηλεόραση, το βίντεο, την εικονική πραγματικότητα, ή ακόμα και την εικονική επικοινωνία, ως ανταγωνιστές. Με άλλα λόγια, η
κυβερνολογοτεχνία, αν συνεχίσει να συνίσταται κυρίως σε κείμενο, θα αφορά μόνο σε
εκείνους που συνεχίζουν να θέλουν να διαβάζουν. Αν υιοθετήσουμε πιο αισιόδοξη στάση, μπορούμε να πούμε ότι τα μοναδικά της γνωρίσματα και η δυνατότητα αλληλεπίδρασης, μπορεί να προκαλέσουν (ή καλύτερα να αναζωογονήσουν) το ενδιαφέρον για την ανάγνωση στο σύγχρονο πολιτισμό ο οποίος βασίζεται στο θέαμα. Έτσι κατά ένα παράδοξο τρόπο, η κυβερνολογοτεχνία μεταβάλλοντας ριζικά τις μορφές της ανάγνωσης, μπορεί δυνάμει να αποτρέψει την ολοκληρωτική της εξαφάνιση.

 

--- 

Ακολουθούν σε ελεύθερη απόδοση, αποσπάσματα από το άρθρο του Eduardo Kac, "Holopoetry, Hypertext, Hyperpoetry". Το πλήρες κείμενο βρίσκεται στα αγγλικά στη διεύθυνση http://www.ekac.org/Holopoetry.Hypertext.html

 

ΟΛΟ-ΠΟΙΗΣΗ, ΥΠΕΡΚΕΙΜΕΝΟ, ΥΠΕΡΠΟΙΗΣΗ

Eduardo Kac

Θα ξεκινήσω με μια σύντομη εξέταση της πορείας που οδήγησε στη δημιουργία της
ολο-ποίησης πριν από δέκα χρόνια. Το 1983 δημιούργησα το πρώτο μου ολο-ποίημα, αλλά το ενδιαφέρον μου για την γραμμική και την οπτική ποίηση είχε αρχίσει από τα εφηβικά μου χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίας του '70 η Βραζιλία περνούσε μια περίοδο επανεγκαθίδρυσης της δημοκρατίας, μετά από μια δεκαετία δικτατορίας, βασανιστηρίων των πολιτικών κρατούμενων, και λογοκρισίας. Άρχισα να ενδιαφέρομαι για την πολιτική του σώματος και βρέθηκα να διαβάζω Wilhelm Reich, Herbert Marcuse και Roland Barthes, μεταξύ άλλων.
Διαβάζοντας τα έργα των σημαντικότερων σύγχρονων Βραζιλιάνων, Αμερικανών και Ευρωπαίων ποιητών, παρατήρησα ότι τα έργα που εξέφραζαν ανοιχτά αυτό που εκλάμβανα ως πολιτικά ζητήματα σχετιζόμενα με το σώμα, απουσίαζαν από τη Βραζιλιάνικη ποίηση. Μελέτησα επίσης ποιητές του παρελθόντος όπως τον Κάτουλο, τον Αρετίνο και τον Rimbaud, οι οποίοι αποθέωναν το σώμα με ελεύθερο πνεύμα. Η ποίηση με την οποία ασχολήθηκα μετά απ' αυτά είχε σαφείς πολιτικές απηχήσεις και βασιζόταν στο "απαγορευμένο" λεξιλόγιο που έβλεπα να λείπει από τη μοντέρνα και τη σύγχρονη ποίηση που θαύμαζα. Αυτό το ύφος επικεντρωνόταν στο σημασιολογικό περιεχόμενο δίχως καλολογισμούς ή ευφημισμούς. Αποφάσισα ότι η ποίηση μου θα ενσωμάτωνε επίσης κάποια στοιχεία τα οποία η κριτική τα θεωρούσε κατώτερα ή απαράδεκτα αλλά τα οποία θα δημιουργούσαν αίσθηση στο κοινό, όπως αστεϊσμούς και χρήση της αργκό, καθώς και ότι θα έγραφα έργα αποκλειστικά για δημόσιες παραστάσεις και όχι για δημοσίευση. Αυτό το έργο απευθυνόταν ουσιαστικά στους ανθρώπους του δρόμου. Το 1980-81 και μέρος του 1982, έκανα δημόσιες παραστάσεις σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους στο Rio de Janeiro και σε άλλες πόλεις της Βραζιλίας, μαζί με άλλους νέους ποιητές που έκαναν ανάλογα πράγματα. Αυτήν την περίοδο έκανα ακόμα
ποιήματα – γκράφιτι, ποιήματα – αντικείμενα, και ποιήματα – αυτοκόλλητα, τα οποία
διάνθιζαν τις παραστάσεις μου. Η ιδέα της προσέγγισης των γραμμάτων στο ανθρώπινο σώμα κυριαρχούσε σε ποιήματά τα οποία εκτελούσα κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να δημιουργώ τα γράμματα με το ίδιο μου το σώμα. Όλο αυτό το πλάνο κατά τη διάρκεια της
τρίχρονης πορείας του παρουσιάστηκε σε βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες καθώς και στην ραδιοτηλεόραση.

Παρόλο που στις αρχές της δεκαετίας του '80 η προσοχή μου ήταν στραμμένη στα παραπ άνω, περιστασιακά δημιουργούσα οπτικά ποιήματα που δεν σχετίζονταν καθόλου με την προγραμματισμένη παρέμβαση που διεξήγαγα. Δεδομένου ότι δεν ταίριαζαν με τη βασική μου δραστηριότητα, τα έβαζα στην πάντα και ποτέ δεν τα δημοσίευσα. Το ενδιαφέρον μου
για την οπτική ποίηση αύξανε διαρκώς καθώς η αφοσίωση μου στην προφορική και προσωδιακή ποίηση μειωνόταν. Μεταξύ του 1981 και του 1982 δεν ήμουν καθόλου ικανοποιημένος από αυτό που θεωρούσα ως άκαρπη πορεία της οπτικής ποίησης. Γνώριζα τις πολλαπλές κατευθύνσεις που είχε πάρει το είδος αυτό κατά τον 20ο αιώνα, και έτσι
πειραματίστηκα με διαφορετικά μέσα. Δημιούργησα οπτικά ποιήματα με γραφομηχανή, χρησιμοποίησα τεχνικές κολάζ, συνεργάστηκα με επαγγελματίες γραφίστες και
φωτογράφους, έγραψα ποιήματα με ρυθμική εναλλαγή μεταξύ πρόζας και στίχου, δημιούργησα ποιήματα με κίνηση για ηλεκτρονικά μέσα. Μερικά από αυτά τα έργα δημοσιεύθηκαν σ' ένα βιβλίο με τίτλο Escracho, στις αρχές του 1983.

Μου ήταν ξεκάθαρο ότι ένας από τους βασικούς λόγους για την αναγέννηση της οπτικής
ποίησης τον 20ο αιώνα, ήταν η εξάπλωση της τυπογραφίας. Έτσι, αποφάσισα ότι έπρεπε να κινηθώ πέρα από τα μειονεκτήματα του έντυπου λόγου και να βρω έναν άλλο δρόμο. Δεν με ενδιέφερε πλέον η δημιουργία φυσικών, τρισδιάστατων ποιημάτων – αντικειμένων,
δεδομένου ότι αυτή η φόρμα ανήκε επίσης στην παράδοση της οπτικής ποίησης. Με άλλα λόγια, συνειδητοποίησα ότι η ποίηση που ήθελα να δημιουργήσω θα έπρεπε να ξεφύγει μεν από την τυπωμένη σελίδα, αλλά δε θα έπρεπε να μπορεί να ενσαρκωθεί σε απτά αντικείμενα. Έχοντας ένα ερασιτεχνικό ενδιαφέρον για την Οπτική, είχα διαβάσει ένα εγκυκλοπαιδικό άρθρο για την ολογραφία που είχε δημοσιευθεί στις αρχές της δεκαετίας του '70. Το
ξαναδιάβασα αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω πως θα μπορούσε να καταγραφεί ένα
τρισδιάστατο αντικείμενο σε μια δισδιάστατη επιφάνεια. Πάντως, η ιδέα αυτή με γοήτευε. Όταν το 1983 είδα ολόγραμμα για πρώτη φορά, κατάλαβα ότι αυτό το μέσο διέθετε την
πιθανή λύση για τα αισθητικά προβλήματα που με απασχολούσαν. Κατόπιν άρχισα ν' αναπτύσσω κείμενα που θα μπορούσαν να διαμορφωθούν από την ρευστή φύση του ολογραφικού χώρου, κείμενα που θα μπορούσαν να βιωθούν με τους δικούς τους ρυθμούς,
κάπου ανάμεσα στην δισδιάστατη επιφάνεια της σελίδας και της στερεάς τρισδιάστατης
μορφής του αντικειμένου. Η νέα ποίηση που ήθελα να δημιουργήσω θα επικεντρωνόταν σε συντακτικά ζητήματα και όχι σε σημασιολογικά. Στα χρόνια που ακολούθησαν μελέτησα την ολογραφία και έγινα ηλεκτρονικός γραφίστας. Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να έχω τον έλεγχο όλων των σταδίων του έργου μου, καθώς και να μάθω μέσω των πειραματισμών στο εργαστήριο τα όρια και τις προοπτικές της ολογραφικής γραφής.

Ένας ορισμός της ολοποίησης

Το ολογραφικό μου έργο μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της γλωσσικής τέχνης και της
οπτικής ποίησης, δυο είδη που εξερευνούν την ανάμιξη των λέξεων με την εικόνα. Δημιουργώ ολογραφικά ποιήματα, ή ολοποιήματα, τα οποία είναι κατ' ουσίαν ολογράμματα και ηλεκτρονικά ολογράμματα που βασίζονται στη γλώσσα τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως περιεχόμενο. Προσπαθώ να δημιουργήσω κείμενα που σημασιοδοτούνται αποκλειστικά
μέσω της ενεργητικής αντιληπτικής και γνωστικής εμπλοκής του αναγνώστη ή του θεατή. Αυτό εν τέλει σημαίνει ότι κάθε αναγνώστης "γράφει" τα δικά του κείμενα καθώς κοιτάζει το έργο. Τα ολοποιήματα μου δεν αναπαύονται μακάρια στην επιφάνεια. Όταν ο θεατής αρχίζει να αναζητά λέξεις και τους δεσμούς τους, τα κείμενα μεταμορφώνονται, μεταφέρονται στον τρισδιάστατο χώρο, αλλάζει το χρώμα και η σημασία τους, συντίθενται και εξαφανίζονται. Αυτή η χορογραφία που ενεργοποιείται από τον θεατή είναι μέρος της διαδικασίας σημασιοδότησης όπως είναι και τα ίδια τα λεκτικά και οπτικά στοιχεία που μεταμορφώνονται.

 

Η γλώσσα παίζει θεμελιώδη ρόλο στη σύσταση του εμπειρικού μας κόσμου. Διερευνώντας τη δομή της γλώσσας εξερευνούμε τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονται οι πραγματικότητές μας. Τα ολογράμματα μου ορίζουν μια γλωσσολογική εμπειρία που
διεξάγεται έξω από τη σύνταξη και που συλλαμβάνει στην αστάθεια σαν καίριο παράγοντα σημασιοδότησης. Χρησιμοποιώ την ολογραφία και την ηλεκτρονική ολογραφία για να καταλύσω το όριο μεταξύ λέξης και εικόνας και να δημιουργήσω μια σύνταξη που εμπεριέχει κίνηση, η οποία εκτείνει τις λέξεις πέρα από την καθημερινή τους σημασία. Χρησιμοποιώ ηλεκτρονικές τεχνικές για να προσδώσω κίνηση προκειμένου να δημιουργήσω ένα νέο είδος ποιητικής σύνθεσης, η οποία υπονομεύει τις παγιωμένες συνθήκες (δηλ., λέξεις που
μεταλλάσσονται οπτικά ή εικόνες εμπλουτισμένες με λέξεις), πράγμα που καταδεικνύει τη συνεχή ταλάντωση μεταξύ εικόνας και λόγου. Η ολοποίησή μου είναι τόσο μια εξερεύνηση των διεργασιών της γλώσσας όσο και της ολογραφικής σημασίας. Η χρονική και ρυθμική οργάνωση των κειμένων μου παίζει σημαντικό ρόλο στο συσχετισμό μεταξύ οπτικής γλώσσας και γλωσσικών εικόνων. Τα περισσότερα έργα μου αντιμετωπίζουν το χρόνο ως μη γραμμικό (δηλ., ασυνεχή) και αντιστρέψιμο (δηλ., κινούμενο και προς το παρελθόν και προς το μέλλον), έτσι ώστε ο θεατής / αναγνώστης να μπορεί να κινηθεί πάνω και κάτω, πίσω και μπροστά, δεξιά κι αριστερά, με οποιαδήποτε ταχύτητα, και πάλι να είναι σε θέση να
δημιουργήσει συνειρμούς ανάμεσα σε λέξεις που είναι παρούσες στο εφήμερο αντιληπτικό πεδίο. Προσπαθώ να συλλάβω νέες σχέσεις ανάμεσα στην εμφάνιση και την εξαφάνιση των σημαινόντων, πράγμα που συνιστά την εμπειρία της ανάγνωσης ενός ολογραφικού κειμένου, καθώς και την αντίληψη μας για τους παράγοντες που οργανώνουν ένα κείμενο. Με αυτήν την έννοια, η οπτική αντίληψη της παραμετρικής συμπεριφοράς των οπτικών στοιχείων
αυξάνει την εγρήγορση σχετικά με τις σημασίες. Καθώς κινούνται οι αναγνώστες, μετακινούν συνεχώς την εστία ή το κέντρο ή το οργανωτικό αξίωμα της εμπειρίας τους
κοιτάζοντας μέσα από διασκορπισμένες ζώνες θέασης. Το κείμενο που βιώνουν αντιστέκεται στη παγίωση του έντυπου λόγου, και ενστερνίζεται τη διακλάδωση του ολογραφικού χώρου.

Δεδομένου ότι δεν μπορούν αν μεταφερθούν σε άλλη μορφή, τα κείμενα μου δεν μπορούν να αναγνωστούν ή να τυπωθούν. Μια που η αντίληψη των κειμένων αλλάζει από κάθε οπτική γωνία, δεν έχουν μια μοναδική "δομή" η οποία να μπορεί να μεταφερθεί σε κάποιο άλλο
μέσο. Η ταυτόχρονη χρήση υπολογιστή και ολογραφίας αντανακλά την επιθυμία μου να δημιουργήσω πειραματικά κείμενα που μεταφέρουν τη γλώσσα, και πιο συγκεκριμένα το γραπτό λόγο, πέρα από τη γραμμικότητα και την ακαμψία που χαρακτηρίζουν τον έντυπο λόγο. Δεν προσαρμόζω ποτέ προϋπάρχοντα κείμενα σε ολογραφική μορφή. Προσπαθώ να διερευνήσω τη δυνατότητα δημιουργίας έργων που προκύπτουν από μια αμιγώς ολογραφική σύνταξη.

Υπερκείμενο, ή σύνθεση μέσω δικτυωμένων πεδίων.

Ο όρος υπερκείμενο δημιουργήθηκε από τον Theodor Nelson στη δεκαετία του '60 για να περιγράψει ένα είδος ηλεκτρονικού κειμένου, που το διαβάζουμε στην οθόνη του
υπολογιστή, και το οποίο είναι ριζικά διαφορετικό από τον έντυπο λόγο αναφορικά με την μη ιεραρχική δομή του. Η τυπογραφία ήταν επαναστατική ανακάλυψη. Κατά παρόμοιο τρόπο, το υπερκείμενο είναι μια νέα επανάσταση δεδομένου ότι επιτρέπει αλληλεπίδραση, μη
γραμμικές μορφές δομής του κειμένου, και επιτρέπει ανάγνωση πολλαπλών διαδρομών.

Η δυνατότητα αλληλεπίδρασης επηρεάζει θεμελιωδώς την ίδια την έννοια του κειμένου. Οι αναγνώστες όχι μόνο έχουν πολλά μονοπάτια ανάγνωσης, αλλά σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να επέμβουν το έργο, πράγμα που διευρύνει την εμπειρία της ανάγνωσης.

Η μη γραμμικότητα του υπερκειμένου εντοπίζεται σε δύο κυρίως άξονες. Ο ένας είναι εκπαιδευτικός με την έννοια ότι δεν υπάρχουν απλά βιβλιογραφικές παραπομπές σε άλλα έργα, αλλά μέσω των δεσμών ο αναγνώστης μπορεί να μεταφερθεί σε αυτά. Ο άλλος είναι οι δυνατότητες που δίνει στους συγγραφείς που πειραματίζονται να καινοτομήσουν. Το γλωσσικό υλικό σε αυτήν την περίπτωση οργανώνεται σαν ένα δίκτυο με πολλαπλούς κόμβους έτσι ώστε ο αναγνώστης να πρέπει να παίρνει αλλεπάλληλες αποφάσεις για την κατεύθυνση πους θ' ακολουθήσει.

Επιπλέον, αν ο συγγραφέας συμπεριλάβει ήχους και εικόνες, τότε το υπερκείμενο εκτείνεται στο πεδίο των υπερμέσων. Έτσι, ο συγγραφέας αποκτά πρόσβαση σε ένα μεγάλο εύρος εργαλείων προς αξιοποίηση. Τα υπερμέσα βέβαια δημιουργούν μια σειρά προβληματισμών γύρω από τα συγγραφικά δικαιώματα, τη δομή του έργου και το ρόλο του αναγνώστη. Σε
κάθε περίπτωση, τα υπερμέσα μπορούν να επεκτείνουν το φάσμα της λογοτεχνίας, καθώς προσφέρουν αλληλεπιδραστική πρόσβαση σε τεράστιες ποσότητες δεδομένων
συνδεδεμένων σε ένα σύνθετο δίκτυο ασυνεχών οπτικοακουστικών πληροφοριών.

Συμπέρασμα

Η ολοποίηση διερευνά την κίνηση, την μετάθεση, και τη μεταμόρφωση. Στα ολοκείμενά μου εφαρμόζω μια σύνταξη εξαρθρώσεων που συνεχώς μετακινούν τα γραφήματα από τις θέσεις τους. Σε μερικά ποιήματα χρησιμοποιώ μόνο μια λέξη, αλλά στα ποιήματά με πολλές λέξεις, κάθε λέξη είναι κόμβος ή σημείο διασταύρωσης. Καμιά λέξη δεν αποτελεί την πηγή ή την αρχή. Ακόμα και στα ποιήματα τη μιας λέξης που διαθέτουν κάποιο είδος ακολουθίας, αυτή η ακολουθία δεν είναι ποτέ ιεραρχική (δηλ., γραμμική) και ποτέ δεν προϋποθέτει ένα δεδομένο ξεκίνημα ή τέλος. Οι λέξεις είναι άξονες που απλώνονται ακτινικά σε άλλες λέξεις που τις περιβάλλουν. Αρκετά συχνά μια λέξη χάνει την ακριβή της γραφική αναπαράσταση και
γίνεται παροδικά κάτι άλλο, ένα σήμα ή ένα αφηρημένο σχέδιο δίχως κάποια άλλη σημασία, γλωσσολογική ή οπτική. Αυτή η κίνηση του κειμένου προτείνει εν τέλει, μια αντιμετώπιση της λέξης και του κόσμου σαν κάτι εύπλαστο.

Στα ολογραφικά κείμενα ο αναγνώστης δεν μπορεί να προσθέσει κάτι στα υπάρχοντα
στοιχεία, τουλάχιστον όχι ακόμα, αλλά πέρα από την επιλογή της διαδρομής συναντά ένα χώρο όπου η γραφική ύλη του γλωσσικού υλικού παρενοχλείται διαρκώς, μεταμορφώνεται, διαμορφώνεται, ή διαλύεται έτσι ώστε να δημιουργήσει μια νέα διαδικασία σημασιοδότησης.

Αν κάποιος ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη μιας νέας ποίησης της ψηφιακής εποχής, είναι σημαντικό να χρησιμοποιήσει μέσα διαφορετικά από τον έντυπο λόγο. Για μένα η ολογραφία είναι ένα τέτοιο μέσο, αλλά πρέπει να τονίσω ότι η χρήση νέων μέσων δεν συνιστά
καθεαυτή, ένα εχέγγυο ποιότητας ή αυθεντικής συνεισφοράς στο ρεπερτόριο της
πειραματικής γραφής. Για παράδειγμα, αν κάποιος χρησιμοποιήσει το ολόγραμμα απλώς για να αναπαράγει ένα ποίημα που έχει πραγματωθεί πλήρως σε άλλη μορφή, δεν δημιουργεί αυτό που ορίζω ως ολοποίηση.

Στις δυτικές κοινωνίες έχουμε όλοι εξοικειωθεί με ηλεκτρονικά κείμενα στην τηλεόραση, τα οποία εκτελούν τις πλέον επεξεργασμένες πιρουέτες επί της οθόνης. Για παράδειγμα, μια ηλεκτρική ξυριστική μηχανή ακολουθεί ένα μονοπάτι κατασκευασμένο από κείμενο γύρω από το προϊόν, "ξυρίζοντας" το κείμενο. Η δυναμική χρήση της γλώσσας που έχουμε
συνηθίσει στην τηλεόραση συνήθως δεν παράγει παρά πλεονασμούς, εμπορευματοποίηση και κοινοτοπία. Η νέα γενιά των ποιητών ανήκει στη κουλτούρα των ΜΜΕ. Αναπνέουν τηλεόραση, βιντεοταινίες, CD, εικονοτηλέφωνα, υπολογιστές, εικονική πραγματικότητα και ολογραφήματα. Σε μια λογοτεχνική κουλτούρα που ακόμα κυριαρχείται από τον έντυπο λόγο, οι συγγραφείς πειραματικής λογοτεχνίας που δημιουργούν έργα αναγνώσιμα μόνο σε ηλεκτρονική μορφή, θα δυσκολευτούν να φτάσουν ως το κοινό τους. Ανεξάρτητα από αυτά τα προβλήματα, ή ίσως εξαιτίας αυτών, η πρόκληση αυτής της γενιάς είναι να δημιουργήσει δυναμικά ηλεκτρονικά κείμενα που ανακτούν τη θεμελιώδη δύναμη και τη μυστηριώδη ομορφιά της γλώσσας.

 

--- 

 

I N D R A ’ S : N E T

: ή :

H O L O G O G R A P H Y

ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα νέα μέσα που προγραμματίζονται και λειτουργούν μέσω δικτύου έχουν ανοίξει έναν
αχανή χώρο εργασιών μέσα στον οποίο εντάσσεται ένα γρήγορα εξελισσόμενο πεδίο μορφών τέχνης. Μέσα σ' αυτό το πεδίο οι δυνατότητες για νέα είδη δημιουργικής γραφής παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητες.

Ο μικρός όγκος της λογοτεχνικής παραγωγής που υπάρχει σε και μέσω προγραμματιζόμενων μηχανών απαιτεί μερικές φορές τις ιδιαίτερές τους δυνατότητες όχι μόνο για την παρουσίαση, αλλά και για τη σύνθεση και την παραγωγή του τελειωμένου έργου.

Θα επιχειρήσουμε μια μικρή εισαγωγή σε κάποια έργα της "μηχανικά διαμορφωμένης πο ίησης" πάνω στην οποία εργάζεται ο John Cayley από τα τέλη της δεκαετίας του '70.

Ο John Cayley είναι ποιητής, μεταφραστής λογοτεχνίας και ιδρυτής του The Wellsweep Press, οίκος που από το 1988 ειδικεύεται στην έκδοση λογοτεχνικών μεταφράσεων από τα κινέζικα. Έχει εργαστεί ως διευθυντής του Κινέζικου τμήματος της Βρετανικής βιβλιοθήκης και πιο πρόσφατα, σε έναν εξειδικευμένο εκδοτικό οίκο, τον Han-Shan Tang Books. Η ενασχόληση του με τους υπολογιστές άρχισε το 1978 όταν έκανε μια μεταπτυχιακή εργασία σχετικά με τη γλωσσολογική ανάλυση του κλασσικού κινέζικου ύφους. Ποιήματα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά.

Το τρέχον έργο του ανήκει σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα με τον γενικό τίτλο Indra’s Net ή Ολογογραφία (Hologography). Ο ορισμός του δεύτερου αυτού όρου βασίζεται στον ορισμό της "ολογραφίας", και ορίζεται ως ένα γλωσσικό μοτίβο που παράγεται όταν οι λέξεις ενός δεδομένου κειμένου σχολιάζονται, παραφράζονται, ετυμολογούνται, κάνουν ακροστιχίδες ή τροποποιούνται με άλλους τρόπους, έτσι ώστε αυτές οι τροποποιήσεις να μπορούν να σχετιστούν με τις λέξεις του δεδομένου κειμένου. Μια ομάδα κανόνων, ένα μηχάνημα ή ένας υπολογιστής προγραμματίζουν το τι ορίζει ή παρουσιάζει ένα τέτοιο μοτίβο. Ο όρος Indra’s Net προέρχεται από μια Ινδουιστική έννοια και αποτελεί "ένα δίκτυο κοσμημάτων που όχι μόνο αντανακλούν την εικόνα σε κάθε άλλο κόσμημα, αλλά επίσης τις πολλαπλές εικόνες στα άλλα". Αυτό το δίκτυο ήταν μια μεταφορά για την καθολική δομή και χρησιμοποιήθηκε από τους Κινέζους βουδιστές Huayan για να καταδείξει "την ερμηνεία και την αμοιβαία ταύτιση" της υποκείμενης ουσίας και της συγκεκριμένης μορφής.

Το Indra’s Net έχει εμφανή σχέση με τον ανθηρό κόσμο της λογοτεχνίας σε υπερκείμενο. Ο Jim Rosenberg, ο Eduardo Kac και ο Robert Kendall είναι κάποιοι από τους ποιητές που δραστηριοποιούνται στην μηχανικά διαμορφωμένη ποίηση. Επεξεργάζονται επίσης τους δικούς τους ορισμούς και θεωρητικές απόψεις.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΡΓΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ

Τα έργα προγραμματολογίας από το Indra’s Net εγκαθίστανται σαν προγράμματα. Τρέχουν σε υπολογιστές σε δημόσιους χώρους και αφορούν τόσο σε λογοτεχνική όσο και σε εικαστική μορφή.

Κατά κανόνα, τα κείμενα που παράγονται προβάλλονται στους τοίχους του χώρου, με ένα ποντίκι ή κάποια άλλη συσκευή που λειτουργεί ως δείκτης, επιτρέποντας στον αναγνώστη να σταματήσει και να συναλλαγεί με την επίδειξη. Μόλις ένας αναγνώστης σταματά να ελέγχει το πρόγραμμα, αυτό μετά από λίγο θα συνεχίσει να παράγει αυτόματα κείμενο.

Οι συναλλαγές που υπάρχουν στα σύγχρονα έργα επιτρέπουν στους αναγνώστες να επιλ έγουν κείμενα για εκτέλεση, να έχουν πρόσβαση σε επεξηγηματικό υλικό πάνω στα διάφορα έργα και τις διαδικασίες πίσω από αυτά, να παρεμβάλλονται και να επανακατευθύνουν την "ανάγνωση" ενός κομματιού, καθώς και να μεταβάλλουν ορισμένες παραμέτρους έτσι ώστε να επηρεάσουν την παραγωγή του έργου. Σε ορισμένα έργα, όπως το Book Unbound και το Reveal Code, οι αναγνώστες μπορούν να επιλέξουν φράσεις και να τις επανεισάγουν στη διαδικασία. Έτσι μπορούν τόσο να συνθέσουν νέα έργα όσο και να μεταβάλλουν, με μη αντιστρέψιμο τρόπο, τη φύση του εγκατεστημένου κομματιού.

Τα έργα από το Indra’s Net έχουν επίσης παρουσιαστεί ως αναγνώσεις – παραστάσεις με το συγγραφέα και τους συνεργάτες να αλληλεπιδρούν με το λογοτεχνικό αντικείμενο καθώς η προγραμματολογική διαδικασία παράγει νέο κείμενο.

  

ΜΙΑ ΠΡΩΙΜΗ (1995) ΣΥΝΟΨΗ

 

MaMoPo : by : PoLiOu

Machine Modulated Poetry by Potential Literary Outlaws

Μηχανικά Διαμορφωμένη Ποίηση από τους Παρανόμους της Δυνητικής Λογοτεχνίας

JohnCayley

Αυτό το απόσπασμα γράφτηκε για το ‘Writingand Computers Newsletter’, λεπτομέρειες από τον εκδότη, Mike Sharples: mike@cogs.sussex.ac.uk

Το υπερκείμενο, ως λογοτεχνία, βρίσκεται ακόμα στην νηπιακή του ηλικία. Η πλειοψηφία των "σοβαρών" λογοτεχνικών υπερκειμένων που έχουν δημιουργηθεί ως σήμερα είναι μυθιστορήματα, και αποτελούνται κυρίως από τις πολύ οικείες πλέον δομές δεσμού-κόμβου, οι οποίες πολλαπλασιάζονται στο WWW. Σε αυτήν τη μορφή, αποσπάσματα πρόζας (και σπανίως ποίησης) ποικίλης έκτασης, τα οποία ονομάζονται γενικά "λέξια", αποθηκεύονται σε "χώρους" που συνήθως αντιστοιχούν σε παράθυρα κειμένου στην οθόνη, καθώς και στους "κόμβους" του μοντέλου δεσμός-κόμβος. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το λογισμικό που έχει επιλέξει για να προσθέσει "δεσμούς" από τον έναν κόμβο στον άλλον. Οι χώροι των
κειμένων μπορεί να είναι συνδεδεμένοι με ένα ή περισσότερα άλλα λέξια. Λέξεις, φράσεις ή προτάσεις (και μικρότερες γλωσσολογικές δομές) μέσα σε κάθε λέξια συνδέονται επίσης. Το τι είναι δυνατό να γίνει σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από το λογισμικό που
χρησιμοποιείται, καθώς τα διάφορα συστήματα ποικίλουν πολύ. Ορισμένα είναι πολύ
ευέλικτα και επεξεργασμένα. Αρχίζουμε να βλέπουμε, για παράδειγμα, σύνδεση "πολλών ουρών". Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα νέο μέσο, πιο οικείο στον κόσμο των τεχνικών συγγραμμάτων και των εξειδικευμένων συστημάτων, που διαθέτει όμως μεγάλη λογοτεχνική δυναμική. Ένα μέσο που παρέχει τόσο στο συγγραφέα όσο και στον αναγνώστη νέες
ελευθερίες, πηγές και ευθύνες.

Η ποίηση και η τεχνολογία δεν συνδυάζονται κατά παράδοση. Σε σύγκριση με τους
συγγραφείς πεζών, υπάρχουν ακόμα λιγότεροι ποιητές που χρησιμοποιούν τις δυνατότητες του υπερκειμένου και των σχετικών συστημάτων για τη σύνθεση και την έκδοση ποίησης. Οι ποιητές είναι σχετικά αργοπορημένοι στο να εξοικειωθούν με τη νέα τεχνολογία πέρα από την σχεδόν καθολική χρήση πλέον των επεξεργαστών κειμένου. Για τους περισσότερους ποιητές "ο υπολογιστής συν το λογισμικό" δεν είναι ένα νέο μέσο αλλά απλώς ένα πιο βολικό και
ευέλικτο ομοίωμα, που αναφέρεται στα παραδοσιακά εργαλεία του στυλό και του χαρτιού.

Αλλά πέραν μιας (ρομαντικής ή δίκαιης) καχυποψίας για τις νέες τεχνολογίες, μπορεί να
υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για τους οποίους οι ποιητές απέχουν. Ορισμένα από τα νέα λογοτεχνικά υπερκείμενα χρησιμοποιούν μια γλώσσα (μέσα στα λέξια) που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως "ποιητική", αλλά το μέσο δεν ενθαρρύνει ή ενισχύει καθεαυτό εκείνη την βαθύτερη σχέση με τα τερτίπια της γλώσσας που είναι η καίρια ενασχόληση του ποιητή. Ένα ποίημα μπορεί να συντεθεί μέσα σ' ένα "χώρο" ενός ευρύτερου υπερκειμένου δίχως καμιά
επίδραση στην διαδικασία είτε της σύνθεσης είτε της ανάγνωσής του. Σε αυτήν την
περίπτωση, το σύστημα του υπερκειμένου δεν έχει εμπλέξει ή επηρεάσει την ποιητική του, και το λέξια/ποίημα θα μπορούσε κάλλιστα να είχε βρεθεί στα φύλλα ενός ημερολογίου.

Από την άλλη πλευρά, τα μέρη ενός ποιήματος θα μπορούσαν να είναι κατανεμημένα σε αρκετούς χώρους σε μια δομή δεσμού-κόμβου. Εδώ, το σύστημα έχει να παίξει έναν πραγματικό ρόλο. Οι αποφάσεις των συγγραφέων για το πώς να συνδέσουν και που να τοποθετήσουν τα μέρη, και οι αποφάσεις των αναγνωστών για το τι να διαβάσουν και πότε, έχουν τη δυναμική να δημιουργήσουν νέες ποικιλίες ποιητικής εμπειρίας. Αν το λογισμικό που χρησιμοποιείται έχει τη δυνατότητα να αυτοματοποιήσει ή να δώσει κίνηση σε
συγκεκριμένα αναγνώσματα της δομής, τότε ο ποιητής είναι σε θέση να συνθέσει, για
παράδειγμα, πολλαπλές αναγνώσεις πραγματικού χρόνου (σιωπηλές) σε μια μορφή που έχει δυνατότητες ριζικά διαφορετικές από αυτές του βιβλίου. Στο σημείο αυτό ο πειρασμός της πρόσθεσης διακόσμησης από άλλα μέσα – εικόνες, ακουστικά ερεθίσματα, βίντεο – γίνεται ακαταμάχητος. Οι περισσότεροι συγγραφείς και ειδικά οι νέοι, θα υποκύψουν. Οι δικές μου πρώτες εξερευνήσεις στην διαμορφωμένη από μηχάνημα ποίηση ήταν στο πεδίο των κινητικών παρουσιάσεων παλαιότερων έργων, ή έργων που είχαν σχεδιαστεί για να έχουν πολλαπλές διαδρομές ανάγνωσης, αν και σε αυτό το στάδιο (στα τέλη της δεκαετίας του '70) η βασική μου μονάδα ήταν η λέξη, και όχι τα λέξια ή ο κειμενικός χώρος του υπερκειμένου σε δεσμό-κόμβο. Πολλοί ποιητές θα νιώσουν την έλξη να παρουσιάσουν κινητικά το έργο τους. Η δυνατότητα να μπουν σημεία στίξης σε ένα έργο που έχει δημιουργηθεί παλιότερα (η τοποθέτηση παύσεων ενδιάμεσα και η ταχύτητα παρουσίασης των λέξεων, φράσεων και γραμμών) σύμφωνα με το πώς ο ποιητής "ακούει" εσωτερικά τη σύνθεση (δίχως να είναι αναγκασμένος να εμπιστευτεί τις ιδιοτροπίες των σημείων στίξεως ή της διαγράμμισης της avant-garde) έχει προφανή πλεονεκτήματα. Ένας από τους γνωστότερους εκφραστές σε αυτό το πεδίο είναι ο RobertKendall στις ΗΠΑ, ο οποίος διευθύνει επίσης ένα πρόγραμμα μέσω του Διαδικτύου για την "Ποίηση σε Υπερκείμενο" μέσω του New School (NY).

Πάντως, η τοποθέτηση στίξης σε υλικό που έχει παραχθεί παλαιότερα για παρουσίαση στην οθόνη είναι μια μάλλον περιορισμένη χρήση του μηχανήματος που προγραμματίζεται. Για
μένα και άλλους, οι δυνατότητες για ενεργητική ανάγνωση σε πολλαπλές ή μη πεπερασμένες διαδρομές έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ανοίγοντας για τη λογοτεχνία μια δυνατότητα για
τέχνη πραγματικού χρόνου. Τέτοια πειρατικά λογοτεχνικά πειράματα έχουν επιχειρηθεί
φυσικά και στο παρελθόν. Ο William Burroughs και ο Brion Gysin δημιούργησαν τα δικά τους έργα με την τεχνική του ‘cut-up’ στο μεταπολεμικό Παρίσι. Ο Jackson Mac Low στις
ΗΠΑ δημιούργησε ένα ογκώδες και σημαντικό υλικό από έργα βασισμένα στην εξέλιξη, όπως και ορισμένοι άλλοι καλλιτέχνες της ομάδας Fluxus, και ειδικότερα ο Emmett Williams. Η ‘OuLiPo’ (Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας), που δημιουργήθηκε το 1961 από τον Raymond Queneau (με γνωστότερα μέλη στο Αγγλικό κοινό τον Georges Perec και τον Harry Mathews) συνεχίζει να πειραματίζεται με "περιοριστικές" και παραγωγικές μορφές. Οι γνωστοί κριτικοί Hugh Kenner και Joseph O’ Rourke παρήγαγαν ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα με τον τίτλο ’Travesty’ (Byte, Νοε. 1984) που διαμόρφωνε κάθε είδος γλώσσας που
εισάγονταν σε αυτό μέσω της αναπαραγωγής μοτίβων γραμμάτων τα οποία το πρόγραμμα έβρισκε σε ένα κείμενο σε διαφορετικά επίπεδα ή "τάξεις" καθορισμένα από το χρήστη. Και πιο πρόσφατα, ο C. O. Hartman, επίσης ποιητής και κριτικός, προγραμμάτισε παραλλαγές των "διαστικών" διαδικασιών του Jackson Mac Low, οι οποίες σε συμφωνία με το Travesty, χρησιμοποιήθηκαν για να δημιουργήσει το έργο Sentences (Los Angeles: Sun & Moon, 1995). Γενικότερα, η καινοτόμα και ριζοσπαστική σύγχρονη ποιητική, ειδικά αυτή που σχετίζεται και προωθείται από την αμερικανοκεντρική αποκαλούμενη ομάδα της "Γλώσσας", ενθάρρυνε ένα σαφές ενδιαφέρον, όχι μόνο για τη ρητορική, αλλά και για τα στοιχειώδη, γραμματικά
στοιχεία της νέας ποίησης.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το έργο μου, έχοντας συχνά άγνοια των πειραμάτων που προανέφερα ή εκτελούμενο παράλληλα με αυτά. Το έργο μου – ένα πρόγραμμα που του έχω δώσει το γενικό τίτλο ‘Indra’s Net or Hologography’ – διαφέρει από το σύνηθες υπερκείμενο από διάφορες απόψεις. Τα πρωτότυπα κείμενα (τα οποία αποκαλώ τα «δοσμένα» σε μένα κείμενα) εμπλέκονται με τις σύγχρονες μορφές ποίησης που
προανέφερα. Αντιμετωπίζω τη γραφή μου (στο βαθμό που συντίθεται πριν από κάποια παραγωγική διαδικασία και στο βαθμό που στοχεύει να δημιουργήσει ένα παραγόμενο
κείμενο συγκεκριμένου τύπου) σαν μέρος αυτής της συγκεκριμένης σύγχρονης ποιητικής πρακτικής. Οι «κόμβοι» μου δεν έχουν το συνηθισμένο «μέγεθος» της λέξια. Έχουν συνήθως μέγεθος μιας λέξης. Οι «δεσμοί» μου είναι αυτοπαραγόμενοι, βασίζονται σε κανόνες και καθορίζονται από σχετικά απλές γλωσσολογικές δομές. Αυτό σημαίνει τόσο ότι τα κομμάτια που δημιουργούνται διασπούν και διερευνούν την ίδια τη γλώσσα κατά τρόπο που το
υπερκείμενο συνήθως δεν κάνει, και επίσης ότι το μοντέλο «δεσμός-κόμβος» χάνει τη χρησιμότητά του σαν μια περιγραφή αυτού του είδους έργων. Τα κομμάτια του Indra Net χρησιμοποιούν παραγωγικούς αλγόριθμους και ημι-αυτοσχεδιαστικές διαδικασίες και η σύνθεση του αλγορίθμου θεωρείται ως ένα αναπόσπαστο αν και συνήθως αθέατο μέρος της σύνθεσης του κομματιού. Μια από τις μοναδικές δεξιότητες που προσφέρει ο υπολογιστής σε αυτό το πλαίσιο είναι η δυνατότητα δημιουργίας μιας θηλιάς ανατροφοδότησης. Μπορούν να προκύψουν «πειραματικά» κείμενα και τα αποτελέσματα να αναθεωρηθούν αρκετά
γρήγορα και δίχως κόπο έτσι ώστε οι διαδικασίες να τροποποιηθούν και να βελτιωθούν. Μόλις κατανεμηθούν, τα κομμάτια «τρέχουν» και παράγουν κείμενο για τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης μπορεί να αλληλεπιδράσει αλλά δεν επιλέγει διαδρομές κατευθείαν ανάμεσα σε λέξεις με τον τρόπο που θα μπορούσε να επιλέξει μια διαδρομή μέσα στους χώρους του πεζού υπερκειμένου. Στο πιο πρόσφατο κατανεμημένο μου κομμάτι, οι αναγνώστες μπορούν να αλλάξουν το ίδιο το έργο (μη αντιστρέψιμα), συλλέγοντας παραγόμενες γραμμές ή
φράσεις οι ίδιοι και προσθέτοντάς τες στο κρυμμένο δοσμένο κείμενο, έτσι ώστε οι επιλογές τους να κυριαρχήσουν στη διαδικασία παραγωγής. Το αντίγραφο του αναγνώστη μετά μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση χαοτικής σταθερότητας, παράξενα προσκολλημένο σε μια συγκεκριμένη διαμορφωμένη ανάγνωση του γνήσιου κειμένου πηγής. Το έργο εν εξελίξει αφορά σε μια σειρά "(Πλαστικών) Λογοτεχνικών Αντικειμένων" που θα είναι παραγωγικά και αποκρίσιμα, που θα πυροδοτούνται από όσο το δυνατόν περισσότερα συμβάντα παραγόμενα από το πρόγραμμα και τον χρήστη, τα οποία είναι προσβάσιμα με τη χρήση ενός κλασικού προγράμματος υπολογιστή. Αυτό το ύστατο αντικείμενο θα είναι μια μακρινή απήχηση της
μέσης ιστοσελίδας.

Μια από τις αρχές που διέπει το έργο μου είναι η πίστη στις ξεχωριστές ιδιότητες και στην ιδιαίτερη αξία μιας λογοτεχνικής εμπειρίας που χαρακτηρίζεται από σιωπηλή ανάγνωση. Στη νέα κουλτούρα του κυβερνοχώρου αυτή η εμπειρία πρέπει να αγωνιστεί για την επιβίωσή της εν όψει της προσβολής των πολυμέσων, τα οποία φαίνεται μερικές φορές να ισχυρίζονται ότι η λογοτεχνία δεν είναι τίποτα δίχως την κραυγαλέα και πολύχρωμή τους διακόσμηση, ή ότι η λογοτεχνία είναι καταδικασμένη να γίνει η ίδια ένα διακοσμητικό στοιχείο του μετα-κυριολεκτικού τους περιεχομένου. Πράγματι η λογοτεχνία θα επιβιώσει στην "μήτρα" αν μπορεί να αναπτυχθεί με τρόπους που θα εκμεταλλευτούν πλήρως τις ικανότητες μιας
νέας κυβερνητικής υποδομής.Το λογοτεχνικό υπερκείμενο γενικά, και η πιο ριζοσπαστική διαμορφωμένη από μηχάνημα ποίηση, έχουν να παίξουν σημαντικό ρόλο σε αυτά τα
μέλλοντα.

 

 

 

[Ίστρος] [ΧχιΡήματα] [ΛογοΤεχνίες] [Τεχνουργήματα] [ΠροΤάσεις] [Δια-δείκτες] [Νεολόγιο] [E picking on IA]