|
“Κάθε ζωντανή τέχνη εξακολουθεί να γεννά μία καθολική λογική που τροφοδοτείται από ένα σύνολο (αγγλ. collectivity) χαρακτηριστικών δράσεω. “Κάθε φορά που μία δράση εκτελείται (αγγλ.
“performed”) σκόπιμα, για να εναρμονίζεται με την τρέχουσα καθολική λογική που χαρακτηρίζει την τέχνη, η δράση αυτή είναι μία πράξη, δηλαδή μία δράση σκόπιμη και χαρακτηριστική. Κάθε φορά όμως που
μια δράση (επίσης) σκόπιμα αλλά για να προχωρήσει πέρα από την τρέχουσα καθολική λογική που χαρακτηρίζειτην τέχνη, η δράση αυτή είναι μία “Μετάπραξη” (metapraxis) ή μία δράση σκόπιμα μη
χαρακτηριστική: μια “μετα-δράση”(αγγλ. meta-action). Έτσι στις λεγόμενες performing arts: Κάθε δράση που απαιτεί από τον εκτελεστή της να προχωρήσει πέρα από την
τρέχουσα λογική του μέσου στο οποίο ανήκει, που απαιτεί απΆ αυτόν να προχωρήσει πέρα από τη λογική του πεδίου δράσης του: η δράση αυτή είναι μία
“μετάπραξη” και είναι σκόπιμα “μη χαρακτηριστική”. Αντίστροφα, μία δράση
που συμμορφώνεται με την τρέχουσα λογική του μέσου αυτού, εφόσον είναι σκόπιμα “χαρακτηριστική” είναι μία “πράξη”
Για παράδειγμα ένας αρχιμουσικός που διευθύνει σε μία συναυλία, αυτό είναι μία πράξη. Αν όμως του ζητηθεί επίσης να περπατά γύρω γύρω, να μιλά, να φωνάζει, να ουρλιάζει, να χειρονομεί ή να εκτελεί οποιαδήποτε
άλλη δράση που δεν συνδέεται αυστηρά με τη δουλειά του ως αρχιμουσικού, αυτό θα μπορούσε να είναι μία μετάπραξη. Κάθε εκτελεστής ενός οργάνου σε μία συναυλία παίζει το όργανο αυτό: αυτό είναι μία πράξη. Αν όμως
του ζητηθεί επίσης να περπατά γύρω γύρω, να μιλά, να φωνάζει, να ουρλιάζει, να χειρονομεί ή να εκτελεί οποιαδήποτε άλλη δράση μη χαρακτηριστική της τρέχουσας λογικής της κατηγορίας (στην οποία ανήκει), αυτό θα
μπορούσε να είναι μία μετάπραξη. Από την άλλη πλευρά, αν από ένα ηθοποιό ή χορευτή που παίρνει μέρος σε ένα έργο “μικτών μέσων” (αγγλ. mixed media) ζητηθεί να ουρλιάξει, να γελάσει, να κινηθεί ένα
γύρω, να χορέψει, να κάνει χειρονομίες ή οτιδήποτε άλλο, τότε ο ηθοποιός αυτός θα μπορούσε να εκτελεί μία πράξη, αλλά όχι μία μετάπραξη.
Το φράγμα του νοήματος
Το τελευταίο αυτό παράδειγμα μας αφήνει να εννοήσουμε ότι μία μετάπραξη δεν
είναι μία από τις λειτουργίες των “μικτών μέσων”. Μία μετάπραξη είναι μία κατάρρευση, ένα ούλιαγμα (αγγλ. implosion), μία ένταση (που λειτουργεί) κάτω από την επιφάνεια ενός απλού (εκφραστικού) μέσου
(αγγλ. a single medium) και που απειλεί το ίδου το φράγμα του νοήματος (αγγλ. meaning barrier) αυτού του μέσου. Μία επίθεση ενάντια στη λογική της σχέσης του εκτελεστή με το ίδιο το εκφραστικό μέσο.
Παραβίαση εκ των έσω μίας απλής κατάστασης πραγμάτων. Η μία εκλεπτυσμένη κι επιδέξια πίεση πάνω από το φράγμα του νοήματος που δημιουργεί κάθε σύστημα για την ίδια του την αυτοσυντήρηση.
|