Created By
NafTiLos

Τελευταία ενημέρωση
22/6/2001
Σελήνη 19 ημερών
Η νύχτα ξαναρχίζει να μεγαλώνει

Βαγγέλης Δαρδαντάκης

Ημερολόγιο Υποκαταστρώματος

 

    Εβδομάδα 1η
     

Την Πηνελόπη μου την άφησα πίσω παραπονεμένη και δακρυσμένη.

Εγώ ως σκληρό ναυτάκι δεν άφησα περιθώριο στον εαυτό μου να δακρύσει παρά μόνο ελάχιστα, μια υποψία, μέσα στο ταξί που με οδήγησε στο λιμάνι. Αποχαιρέτησα τους φίλους μου την προηγουμένη με μια καλή παρτίδα τρίβιαλ και μπόλικη μπύρα Γκίνες. Το σύνδρομο στέρησης ήταν προδιεδριαγραμμένο αλλά φεύ, έπρεπε να κινηθώ σε ένα διαφορετικό πεπρωμένο από αυτό που μου υπαγόρευε η καθιστική ζωή του χειμώνα. Ένας χειμώνας από τους σπουδαιότερους που πέρασα στην ζωή μου, αιχμηρός και συναισθηματικός, με τις χαρμολύπες να να χαράσσουν ανεξίτηλα μια κατά τα άλλα νωθρή προσωπική πορεία. Σκέφτομαι τους φίλους που άφησα πίσω και κοιτάζω τώρα τους καινούριους δίπλα μου· δύο μπάλες που κολλάνε τα πρόσωπά τους σε μια μικροσκοπική τηλεόραση και ρίχνουν δειλές ματιές στο λάπτοπ, έχω βάλει μικρές γραμματοσειρές για να μην διαβάζουν από μακριά. Το βαπόρι είναι λίγο αργό, αλλά καθαρό και άνετο. Μόνο που καμπίνα μου είναι στο επίπεδο του γκαράζ χωρίς ένα φυσικό φως απ' έξω να δίνει μια νότα αισιοδοξίας, όλα γύρω είναι τεχνητά εκτός απο τρεις ανθρώπους στοιβαγμένους στα κρεβάτια μας. Έξη σωσίβιες λέμβους, αρκετές σχεδίες, πέντε σταθμοί συγκεντρώσεως, δώδεκα σταθμοί μετεπιβιβάσεως κλπ κλπ αυτά πρέπει να θυμάμαι. Λέμβος νούμερο έξη, αφαιρώ τους μπότσους ασφαλείας και το πρωραίο παλάγκο αν, ο μη γένοιτο, συμβεί το απευκταίο. Κοιτάζω τη θάλασσα από τη ρεσπέντζα όπου δουλεύω, μια μεγάλη τετράγωνη βιτρίνα μπροστά από τη λάντζα. Κάθε δυό μέρες στο γυρισμό με λούζει ένας ανατέλλων ήλιος και κάποιες νύχτες μπορεί να πετύχω το φεγγάρι σε μια συμφωνία με τα κύματα. Οι μηχανές του πλοίου είναι πανταχού παρούσες με το τρομώδες γουργούρισμά τους, θαρρώ ότι ο ήχος της μηχανής είναι ο κατακτητής σε καθετί που ζει στο πλοίο· από τους ανθρώπους ως τις κατσαρίδες. Από την πόλη στο πέλαγος, μια πορεία αμφίδρομης ρουτίνας χωρίς κάτι να διασαλεύει την τάξη που επιβλήθηκε απο τους γεωλογικούς σχηματισμούς και τα όντα που το κατοικούν.

 Η Ρόδος είναι όπως την ξέρω, μεσαιωνική με το φορτίο της Ιστορίας σε κάθε γωνιά της, με τα φαντάσματα των Ιπποτών και τους μόνιμα φοβισμένους κατοίκους που είχαν την τύχη να στέκονται στη μέση του κόσμου· η Ανατολή με τη Δύση σε ένα αγώνα αιώνιας πολιτισμικής διελκυστίνδας. Ακόμη και το μουσουλμανικό στοιχείο κεκαλυμμένο τεχνηέντως είναι εξαιρετικά εμφανές. Ένα δειλός θόλος, μια υποψία μιναρέ και το μουσουλμανικό νεκροταφείο όπου έζησε πολλά χρόνια σε ένα σπιτάκι ο Λώρενς Ντάρελ χαράσσοντας σε μερικές κόλλες τις ερωτικές φαντασιώσεις(;) του. Ο Μέγας Μάγιστρος δεν ζει πια εδώ· το στομφώδες περπάτημα του αντικαταστάθηκε με τα αλαφροπατήματα των τουριστών που συρρέουν κατά χιλιάδες από τα πλωτά και τα εναέρια μέσα. Και τι να δουν; Πέτρα και μόνο πέτρα, η ψυχή της έχει φυλακιστεί μες στην Ιστορία. Γι αυτό το μόνο που θα δεις στην παλιά πόλη είναι η ανακαίνισή της, πρέπει να πάρεις την αξίνα να σκάψεις βαθιά για να βρεις τις βυζαντινές και τις ρωμαϊκές οχυρώσεις.

 Οι πεταλούδες, παρά την πρώιμη ζέστη, δεν εμφανίστηκαν ακόμη. Τα στίφη των ξένων και των ναυτικών από τις πέντε γωνιές της υφηλίου απολαμβάνουν τον καφέ τους σε μια καρέκλα κάτω από μια ομπρέλα που κρύβει έναν απειλητικό ήλιο: ο ίδιος ήλιος που έλουζε τον Κολοσσό ειρωνεύεται τώρα τις ροδαλές μας επιδερμίδες. Αλήθεια, που να έριχνε τη σκιά του το χαμένο ανεπιστρεπτί θαύμα; Στους μισερειπωμένους μύλους του λιμανιού που κάποτε έθρεφαν το νησί και το εμπόριο του, στην παραλία μπροστά από τα τείχη όπου παρά τις συχνές αφίξεις των φέρρυ και των κρουαζιερόπλοιων δίπλα, σφύζει ακόμη από ζωή στα βραχάκια (εκτός από διάφορα ψαράκια μπορείς να ψαρέψεις καβούρια) στο Μανδράκι με τα ζαχαροπλαστεία και τα ρυπαρά σουβλατζίδικα, η Καθολική Εκκλησία πιο κάτω που δεσπόζει με τη λιτή της αρχιτεκτονική, το παλιό Ταχυδρομείο όπου σε ένα γραφικό περιβάλλον μπορείς να στείλεις τις άνοστες καρτ ποστάλ στους δικούς σου. Η σκιά της μπρούτζινης φλόγας δεν σημαδεύει πια τίποτε στη γη· μόνο ο γυφτοκοσμοπολιτισμός της Ρόδου δίνει το στίγμα ενός θέρετρου που απομυζά εμπορικά την ιστορία της.

 Έκλεισα μια βδομάδα στο πλοίο. Βρήκα παλιούς συναδέλφους, παλιούς γνωστούς στο νησί, το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται κάθε φορά που μπαρκάρω. Όλα μονότονα και ρουτινιάρικα. Και οι καινούριοι είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι με τους παλιούς, όλοι σε ένα καζάνι που σιγοψήνεται μέχρι που θα βαρεθεί ο ένας τον άλλον. Κάθε μέρα οι ίδιες δουλειές, οι ίδιες φάτσες, οι ίδιες κουβέντες, ο ίδιος ύπνος. Η Πηνελόπη μόνο περιμένει καρτερικά την επιστροφή μου. Αλλά της έχω πει ότι θα βαστήξει καιρό το ταξίδι μου. Έχει τους μνηστήρες της και πλέκει απάνω σε ένα πληκτρολόγιο. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να σκέφτεται την επιστροφή μου, τρέχει πιο πολύ η σκέψη μου στην στεριά παρά στη λαμαρίνα. Προσπαθώ να κάνω λίγο χώρο στον εαυτό μου, να βρω τα μέρη και το χρόνο όπου μπορώ να καταφεύγω σε συνεδρία με μένα. Στοχάζομαι τα αισθήματά μου, γράφω τις σκέψεις μου, απολαμβάνω ένα τσιγάρο και τον καφέ μου. Η δουλειά είναι δουλειά, αλλά πάντα ίδια κάθε μέρα χωρίς κάτι έκτακτο που μπορεί να της προσδώσει ενδιαφέρον.

Κλείνω εδώ το πρώτο σημείωμα. Άρχισα να αδειάζω και να κουράζομαι. Σειρά έχει το ψωμί για ένα αδηφάγο πλήρωμα. Ακονίζω το πριονωτό μαχαίρι και κόβω τη ρουτίνα σε ισομεγέθη τεμάχια.

 

 10 Απριλίου 2001, εν πλώ προς Πειραιά

 

[Ίστρος] [ΧχιΡήματα] [ΛογοΤεχνίες] [Τεχνουργήματα] [ΠροΤάσεις] [Δια-δείκτες] [Νεολόγιο] [E picking on IA]