|
"Του κύκλου
τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου
και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου,
και του καιρού τ΄ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου,
μα στο καλό κ΄ εις το κακό περιπατού και τρέχου
και των αρμάτω οι ταραχές, έχθρητες και τα βάρη,
του έρωτα η εμπόρεση και της φιλιάς η χάρη,
αυτάνα μ΄ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα
ν΄ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα (...)"
(από τον Ερωτόκριτο)
1. Η Εξαϋλωση
Όποιος δοκιμάσει να περπατήσει μες στο καταμεσήμερο κάτω από τον Αυγουστιάτικο ήλιο της Αθήνας, ένα είναι βέβαιο: θα το σκυλομετανιώσει. Το δεύτερο νεκροταφείο δεν προσφέρεται για βόλτες. Δυο νεκροθάφτες
δοκίμασαν να κατεβάσουν την κάσα μου αλλά τους στάθηκε αδύνατο. Δεν είχαν υπολογίσει σωστά το στόμιο του τάφου κι έπρεπε να ξανασκάψουν. Καταϊδρωμένοι άρπαξαν τις αξίνες κι άρχισαν τη διαπλάτυνση. Ο ένας ήταν
μεγαλόσωμος και πάνω από τη ζώνη του εξείχε ένα μεγάλο γυμνό προκοίλι που κοιτούσε τον τάφο κατάματα, χορεύοντας στο ρυθμό του κασμά. Η συνοδεία του κουφαριού μου παρακολουθούσε αμήχανα τα πισινά του. Ο μισός
κώλος του ήταν έξω γιατί το κατάστενo, χαμηλοκάβαλο, τριμμένο παντελόνι του - που ανήκε σε μια μόδα άλλης εποχής - δεν είχε προβλέψει τα ξέχειλα πάχια του απελπιστικά ατημέλητου σκαφτιά. Ο άλλος νεκροθάφτης είχε
κατέβει στον τάφο, που είχε βάθος πάνω από ενάμισι μέτρο. Με γρήγορες φτυαριές πετούσε προς τα έξω τα χώματα λοξοκοιτώντας ανήσυχα με ηλίθιο βλέμμα προς τη συνοδεία και παραξενευόταν που κανείς τους δεν
έκλαιγε το νεκρό. Ξαναδοκίμασαν να κατεβάσουν το φέρετρο αλλά πάλι κολλήσανε. Ο χοντρός έχασε την υπομονή του και πιάνοντας πάλι τον κασμά χτυπούσε μανιασμένα, ξεστομίζοντας αισχρόλογα και Χριστοπαναγίες.
Τελικά τα κατάφεραν. Οι πεντέξι άνθρωποι που με συντρόφεψαν στο προτελευταίο ταξίδι μου, άρπαξαν στα γρήγορα από μια χούφτα χώμα και προτού ο παπάς αποσώσει τους ψαλμούς, απομακρύνθηκαν άρον-άρον. Είχαν
αφήσει τις μηχανές των αυτοκινήτων τους αναμμένες με το αιρκοντίσιον στο φουλ. "Η διαδικασία θα είναι συνοπτική", τους είχε προειδοποιήσει ο παπάς.
Αυτήν την ώρα το άλλοτε σκήνωμα της ψυχής μου δέχεται επιθέσεις από αναρίθμητα σκουλήκια. Δίχως να το πολυκαταλάβω βρέθηκα κάπου στα ουράνια. Κόλλησα
πίσω από μια τεράστια ουρά. Εκεί καταλήγουν οι ψυχές των πεθαμένων. Στα δεξιά είναι παραταγμένοι άγγελοι και στ΄ αριστερά διαόλοι. Μ' έπιασε κρύος ιδρώτας. Συνέβη αυτό που δεν περίμενα: υπάρχει ζωή και
μετά θάνατον! Ζήτησα από τον μπροστινό να μου δώσει πληροφορίες. Γυρίζει και τί βλέπω; Μια πανέμορφη κοπέλα. "Από πού είσαι;" τη ρωτάω. "Από την Ελλάδα", μου απαντάει. Να μη σας τα πολυλογώ
πιάσαμε το κουβεντολόι. Δεν μπορούσαμε να φύγουμε από τη θέση μας. Οι μπροστινοί ήτανε Κινέζοι και κάμποσοι, πού ΄ρθαν πίσω από μένα, κατάλαβα πως ήτανε Γιουγκοσλάβοι, Ρώσοι και Τσετσένοι. Αρπάχτηκαν μεταξύ
τους και χρειάστηκε να παρέμβει ένας λόχος αγγέλων. Τους είπανε κάτι που δεν ακούσαμε και φιλιώσανε. Από την άλλη πλευρά οι διαόλοι καθόντουσαν και μας κοιτούσαν αδιάφοροι. Λες και κάνανε αγγαρεία. Άκουσα μάλιστα
κάποιον να λέει στο διπλανό του: "βαρέθηκα". "Τι εννοείς;" τον ρωτάω. -"Χέσε μας ρε φίλε" μου απαντάει, λες και του σκότωσα τη μάνα. Γυρίσανε και οι υπόλοιποι φίλοι του και μού
΄συραν τα εξ αμάξης. Τα χρειάστηκα. "Σκύλος που γαβγίζει δε δαγκώνει" λέει ένα άγγελος από δίπλα, κλείνοντας το μάτι με σημασία. "Κάτσε και μη μιλάς σε κανέναν" με συμβούλεψε η Χριστίνα,
χαμηλόφωνα κι εμπιστευτικά. "Δεν τα βγάζεις πέρα με δαύτους" συμπλήρωσε με ύφος πεπειραμένου. Γυρνάει ο Κινέζος στα καλά καθούμενα κι αρχίζει να μας μιλάει. Ανάθεμά κι αν καταλάβαινα τίποτε. Τον ακούγαμε
προσπαθώντας να μαντέψουμε τί εννοούσε. Είδε κι απόειδε. Tελικά απηύδησε. Μας κάνει μια υπόκλιση με τις παλάμες ενωμένες και πάει στο καλό του. Συνέχισε την κουβέντα με τους μπροστινούς. "Χριστίνα κατάλαβες
τίποτα;" - "Όχι, εσύ;" -"Παράξενα πράγματα συμβαίνουν εδωπέρα." -"Υπομονή, αργά ή γρήγορα θα μάθουμε. Α! Κοίτα, κοίτα Κλέαρχε!".
Κοιτάζω, τί να δω! Από πίσω μας η ουρά είχε μεγαλώσει τόσο που χανόταν στον ορίζοντα. Χιλιάδες μαυράκια στεκόντανε αμίλητα το ένα πίσω από τό άλλο
στη σειρά. Μετακόμισε η Ρουάντα στα ουράνια. Συνωστισμός. "Και τι νομίζεις πως κάνουμε τόσες ψυχές εδώ πάνω;" ρωτάω τη Χριστίνα, που αντίς γι΄ απάντηση ανασήκωσε τους ώμους και τα φρύδια. Ρωτάω
έναν άγγελο. -"Δεν υπάρχει λόγος παιδιά μου να βιάζεστε. Πλησιάζει η ώρα της Κρίσης σας. Ο Βασιλεύς των ουρανών θα φροντίσει ώστε να λυθούν όλες οι απορίες σας και κατά την κρίση Του θ΄ αποφασίσει για την τύχη των ψυχών σας. Κι αν η επίγειος ζωή σας ήταν ειρηνική κι αναμάρτητος τότε έχει καλώς. Διαφορετικά, ούτε ψύλλος στον κόρφο σας. Αιώνια μαρτύρια σας περιμένουν, φόβος ανείπωτος και φριχτά βάσανα!"
Έτσι όπως μας τό ΄πε απότομα μού ΄θρε ο ουρανός σφοντύλι. Η Χριστίνα το πήρε πολύ ανάποδα. Ξέσπασε σε λυγμούς. Περίμενα να κοπάσει το
κλάμα, γιατί καθώς λέει κι ο ποιητής πριν βγει αναφιλητό καίγεται ο πόνος. Αλλά που να σταματήσει! Είχε πάρει τέτοια φόρα... -"Μη κάνεις έτσι Χριστίνα μου" της λέω με σπασμένη φωνή. Τη λυπήθηκα την
άμοιρη. Μου την έδωσε κι εμένα. Ένας κόμπος στάθηκε στο λαρύγγι μου. Μας πήρανε χαμπάρι κι οι Κινέζοι. Μεταδοτικό το κλάμα. Σε λίγο δεν ακουγόταν τίποτε άλλο παρά μόνο ένας απέραντος θρήνος. Οι διαόλοι γελούσαν
χαιρέκακα. Οι αγγέλοι αρχίσανε τις ψαλμωδίες. Τα παιδιά από τη Ρουάντα ουρλιάζανε και κάτι άλλα παρά πίσω - κι αυτά μαυράκια - στριγκλίζανε. Πέφτει στην αγκαλιά μου η Χριστίνα. Κάνω να την πιάσω, αέρας. Πέρασε από
μέσα μου και συνάντησε το Γιουγκοσλάβο. Αυτή κι αν ήταν λαχτάρα! Είχαμε αισθήματα και σώμα αλλά ήμασταν άυλοι! Ο βλάκας, είχα ξεχάσει πως είχα πεθάνει μόλις πριν λίγο!!! Ξαναπερνάει από μέσα μου η Χριστίνα και με
δυνατότερα κλάματα έπιασε πάλι τη θέση της. "Δε βγαίνει τίποτε με το κλάμα", της λέω κι άπλωσα το χέρι προς το πρόσωπό της. Έκανα πως χάιδευα τα μαλλιά και το μάγουλο. Γιατί αφή δεν υπήρχε. Και
πρόσεξα να μη μου φύγει το χέρι και περάσω μέσα στο πρόσωπό της. Λεπτή η θέση μου. Ήταν και υπέροχο κορίτσι, ένα λόγος παραπάνω. (Αυτό βέβαια εδώ πάνω δεν παίζει και κανένα ρόλο.) Σε λίγη ώρα έπαψε η θρηνωδία.
Συνειδητοποιήσαμε, πως δεν έχει νόημα -ως ψυχές- να κλαίμε απαρηγόρητοι. Εξάλλου δεν φαινόταν και κανένας διατεθειμένος να συγκινηθεί από τα δάκρυά μας. Ποιόν να συγκινήσεις, και γιατί; Ο Κριτής, άφαντος,
κρυμμένος πίσω στο τέρμα της ουράς, μέσα βαθιά στο άπειρο. Και η ουρά αυξανόταν κι ένα βήμα μπροστά δεν κάναμε. "Σκατά", μονολόγησα.
Η όλη υπόθεση άρχισε να με τσαντίζει άγρια. Η αναμονή, ανέκαθεν μου την έσπαγε άγρια. Παραταύτα ήξερα πως κάποτε θα τελείωνε. Έτσι τουλάχιστον
γινότανε στη γη. Όμως δε μού ΄χε ξανατύχει να περιμένω και ως... ψυχή. Γιαυτό και φούντωσα μέσα μου σα θυμήθηκα το χρόνος ουκέτι έσται. Κι ένιωσα μια μοναξιά, Χριστέ μου. Παλιότερα σε ανάλογες
περιπτώσεις μ΄ ένα βιβλίο στα χέρια, ξεχνιόμουνα. Διέκοψα τον άγγελο που τά ΄λεγε με τους Κινέζους. _"Τι θέλεις Κλέαρχε;" με ρώτησε. -"Υπάρχει κάνα βιβλίο να περάσει λίγο η ώρα;"
_"Μα δεν έχεις καταλάβει πως εδώ στα ουράνια ο χρόνος σταματάει;" -"Με το συμπάθιο Άγγελέ μου, δεν περιμένουμε στην ουρά μέχρι να κριθούμε;" _"Φυσικά!" -"Ε, και μέχρι νά ΄ρθει
η ώρα μου, μου κάνεις τη χάρη να βρεις ένα δυο βιβλία;" -"Θέλω κι εγώ ένα!" πετάχτηκε η Χριστίνα. _"Ας γίνει το θέλημά σας. Ποια επιθυμείτε;" -"Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη για
μένα". -"...και την Αγία Γραφή για μένα" συμπλήρωσε η Χριστίνα. _ "Αυτά τα βιβλία θα τα ζητήσετε από τους οξαποδώ, όχι από μας!" απάντησε με αυστηρότητα και μας γύρισε την πλάτη
συνεχίζοντας την κουβέντα με τους Κινέζους.
Ήταν να μη μας έρθει ταμπλάς; Ακούς εκεί, να τα ζητήσουμε από τους Διαόλους! Προς στιγμήν έμεινα αμήχανος. Μετά προσπάθησα να του ζητήσω εξηγήσεις.
Αρνήθηκε. Κοιταχτήκαμε με τη Χριστίνα. "Άκουσα ό,τι άκουσες;" τη ρωτάω. Δεν απάντησε, ήταν ακόμα κερωμένη. -"Μα, τί του ζήτησα;" ψέλλισε κάπως αργοπορημένα.
Κοιτούσα απολιθωμένος προς το χάος. Ένιωσα κάποιος να με χτυπάει στην ώμο. Γυρίζω και παίρνω μια τρομάρα, μα τι τρομάρα! Πήγε η ψυχή μου στην
Κούλουρη, που λένε! Μ΄ ακούει η Χριστίνα, γυρνάει και ρίχνει ένα ξεφωνητό που κόντεψε να μου σπάσει τα τύμπανα. Ένα μικροσκοπικό διαολάκι μ΄ απαίσια φάτσα και βρομιάρικα χείλη, κρατούσε στο ΄να
χέρι την Αγία Γραφή και στ΄ άλλο τ΄ Απομνημονεύματα του στρατηγού. Μεγάλο το δίλημμα. -"Παιδιά, τα βιβλία που ζητήσατε" μας λέει με φωνή απόκοσμη ολωσδιόλου. _"Θα τιμωρηθείτε αν τα πάρετε" ακούω τον άγγελο να μας προειδοποιεί σε τόνο αυστηρότερο από πριν, σχεδόν εχθρικό. Οι Γιουγκοσλάβοι έκαναν πίσω από το φόβο τους κι οι Κινέζοι μπροστά, παραπατάει κι η Χριστίνα και μπλέξαμε τα μπούτια μας. Μπήκε ξανά ο ένας στο σώμα του άλλου. Είδαμε και πάθαμε ώσπου να ξεμπλεχτούμε. "Άσε μας να το σκεφτούμε λίγο" του λέω. -"Όπως αγαπάτε. Πάντα στη διάθεσή σας" μας απάντησε, με το πανάσχημο στόμα του ευγενέστατα, κι απομακρύνθηκε. Τότε είδα κάτι απίστευτο: άνοιξε το στόμα του και κατάπιε με μιας τα βιβλία. Σκούπισε τα παχύρρευστα πράσινα σάλια με το μανίκι και άρχισε να γελάει καταχθόνια. "Την έχουμε άσχημα" μονολόγησα. "Θες να σου πω κάτι;" ρώτησα τη Χριστίνα.
"Σαν ζούσα, δεν πίστευα ούτε σε Θεούς ούτε σε δαιμόνους. Νόμιζα πως οι θρησκευτικές δοξασίες περί αθανασίας της ψυχής και τα λοιπά, ήταν
ανθρώπινα κατασκευάσματα. Ότι παράδεισος και κόλαση ήταν μπούρδες. Πως εμείς οι άνθρωποι και τα ζώα έχουμε μονάχα εξωτερικές διαφορές. Κι εμείς κι αυτά ερχόμαστε στη ζωή από ένα καπρίτσιο της φύσης και την
αποχαιρετάμε, επειδή έτσι αυτή το θέλει. Απλώς εμείς οι άνθρωποι είμαστε λιγότερο άτυχοι από τα ζωάκια: κατά βάθος διαισθανόμαστε πως η ζωή είναι σκέτη φάρσα. Τώρα όμως τα δεδομένα άλλαξαν. Υπάρχει μεταθανάτια
ζωή. Το σώμα μάς λείπει, όλα τ΄ άλλα τα αντιλαμβανόμαστε..."
-"Μα τι λες τόση ώρα Κλέαρχε;"
-"Τίποτα, τίποτα..."
Οι άγγελοι μας ξέρανε με τα μικρά μας ονόματα, το ίδιο κι οι διαόλοι. Η υπόθεση σήκωνε πολλή κουβέντα. Τι σόι άγγελοι είναι αυτοί
που ρίχνουν στην πυρά την Αγία Γραφή; Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Και πως εξηγείται η προθυμία των σατανάδων να μας φέρουν αμέσως το νόμο του Θεού; Και με ποιά κριτήρια ο Μακρυγιάννης πήγε στην κόλαση; γιατί αυτό υπονόησε ό άγγελος αν κρίνω από τη στάση του. Χάθηκα στις σκέψεις. Ύστερα διερωτήθηκα: "γιατί κάθονται όλες οι ψυχές στη σειρά, περιμένοντας την ΚΡΙΣΗ και δεν σκορπάνε δώθε και κείθε; Αμέσως ένας άγγελος με πληροφόρησε, πως όταν μια ψυχή βγει από τη σειρά αναμονής το πιο πιθανό είναι να χαθεί στο άπειρο και να περιπλανιέται ες αεί, δίχως συντροφιά κι ενίοτε με τις δυσάρεστες εκπλήξεις που τους επιφυλάσσουν οι... βιβλιοφάγες εικόνες. Δεν ήξερα αν έπρεπε να πάρω στα σοβαρά τα λόγια του επειδή, όσο βρισκόμουν στην ουρά, οι δυσάρεστες εκπλήξεις έρχονταν κυρίως από τη μεριά των υπασπιστών του Θεού.
Θυμήθηκα πως όταν ζούσα ανέπνεα, έτρωγα, έπινα, κάπνιζα, πήγαινα στο αποχωρητήριο, εργαζόμουνα, αρρώσταινα, ανάρρωνα, κουραζόμουνα, κοιμόμουνα,
ντυνόμουνα, ποδενόμουνα, διασκέδαζα, κοντολογίς είχα φυσικές ανάγκες που έπρεπε να ικανοποιήσω. Τώρα δεν αισθάνομαι τίποτα από δαύτα. Διαπίστωσα πως όλες οι ψυχές κουβαλούσαν την εικόνα του κορμιού τους,
στην κατάσταση πού ΄ταν αυτό, λίγο προτού αποδημήσουν. Άνθρωποι/εικόνες δίχως σώματα και υλικές ανάγκες, αυτό είμαστε τώρα, και σοβαρομιλώ. "Μεγάλο αίνιγμα η μετέπειτα ζωή", σκέφτηκα. Και
μ΄ έτρωγε η αγωνία για το πού θα βγει αυτή η υπόθεση. Έπειτα ησύχασα λίγο. "Στο κάτω-κάτω δεν είμαι κι ο μόνος σ΄ αυτήν την κατάσταση" σκέφτηκα και θάρρεψα λιγουλάκι.
Οι κινέζικες εικόνες από μπροστά κι οι Γιουγκοσλάβικες από πίσω τό ΄χανε στρώσει στο κουβεντολόι για καλά. Κι εμείς με τη Χριστίνα κάναμε το
ίδιο. Κάποτε έβγαλα το κεφάλι δεξιά κι είδα ότι στο βάθος η ουρά είχε μια κλίση προς το μέρος των αγγέλων. Εκεί κάτω οι εικόνες στεκόντουσαν σχεδόν ακίνητες, παγωμένες. Μ΄ έφαγε η περιέργεια. Ρωτάω έναν
περαστικό άγγελο. "Εκείνοι κάτω στο βάθος γιατί στέκονται μαρμαρωμένοι;" _"Επειδή ό,τι είχαν να πουν τό είπαν" είπε αφήνοντάς με σύξυλο. -"Δηλαδή;" επέμεινα. _"Κατάλαβαν πως δεν
έχει κανένα απολύτως νόημα η οποιαδήποτε συζήτηση." Και πήγε στό ανάθεμα ο βρομιάρης. Εξαφανίστηκε λες και τον τρέχαν οι δουλειές.
Για μια στιγμή μού ΄ρθε να κάνω μια βόλτα μέχρι το τίποτα, έξω από τη ουρά, αλλά το ανέβαλα. Τουλάχιστον εδώ είχα και λίγη συντροφιά.
Εκεί έξω παραμόνευε η πραγματική αιώνια σιωπή, κατά τα λεγόμενα των αγγέλων φυσικά. Άκουσα θόρυβο από τα αριστερά. Είχαν σηκωθεί όλα τα πονηρά πνεύματα και προσφερόντουσαν - κατά πως διαλαλούσαν - να δώσουν
τέρμα στις μεταφυσικές μας αγωνίες. Τόση αποστροφή προκαλούσε το σιχαμερό παρουσιαστικό τους που κανείς δεν τολμούσε να δεχθεί την βοήθεια τους. Είχαμε και τους αγγέλους που μας φοβέριζαν. Όποτε θυμόμουνα, έριχνα
και καμιά ματιά στα... μετόπισθεν. Οι νεοφερμένες εικόνες είχανε πληθύνει αφάνταστα και το τοπίο γινότανε όλο και πιο πολύ καταθλιπτικό. Η Χριστίνα έχασε κάθε διάθεση για επικοινωνία. Τα είχαμε πει όλα! Έμοιαζε με
τις μπροστινές παγωμένες φιγούρες. Το ίδιο κι αυτός που στεκόταν πίσω μου. Δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να καθόμαστε στην ίδια θέση αλλά και δεν τολμούσαμε και να ξεσπαράξουμε. "Νά ΄ναι αλήθεια πως παραμονεύει
το χάος παραέξω;", αναρωτιόμουνα. Είδα έναν άγγελο που συνομιλούσε με τις μπροστινές εικόνες κι όλο ερχόταν προς το μέρος μου. Μ΄ έφτασε. "Μπορείς να κάνεις μια μόνο και σύντομη
ερώτηση" είπε και σε μένα όπως νωρίτερα στη Χριστίνα. Άλλο που δεν ήθελα. "Πώς είναι δυνατόν -του λέω- να συνοδεύει η θνητή σκέψη τις αιώνιες εικόνες μας; Εκτός αν αυτά που αισθάνομαι ότι με
περιτριγυρίζουν είναι πλάσματα της φαντασίας μου." _"Σωστά σκέφτεσαι", μου απαντά και συνέχισε: "Η αιώνια ψυχή σου θα συνυπάρχει με τη φθαρτή σκέψη σου μέχρι την ώρα που θα σε κρίνει ο
Πανάγαθος." Και προχώρησε στον επόμενο. Η Χριστίνα είχε αιφνιδιαστεί κι αυθόρμητα τον είχε ρωτήσει κάτι για το ορφανό παιδί της. Αντίς γι΄ απάντηση άγγιξε απαλά τα μαλλιά της, χαμογελώντας καλοσυνάτα.
Εμένα μ΄ αντιμετώπισε ψυχρά και τυπικά. Ποιος ξέρει γιατί. Μπορεί να του κακοφάνηκε που του την είχα στημένη. Όμως με τον επόμενο ήταν πολύ ευγενικός. Δεν κατάλαβα τι λέγανε. Στο πρόσωπό τους όμως είδα
ένα ευφρόσυνο χαμόγελο. Και με τους άλλους παρακάτω τα ίδια. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Μήπως άραγε τους μπήκα στο μάτι επειδή ζήτησα βιβλία; Μάλλον όχι. Και η Χριστίνα ζήτησε αλλά δεν της τό κρατήσανε μανιάτικο. Ίσως
έφταιγε το ύφος της ερώτησής μου. Άντε βγάλε άκρη! Παιδεύτηκα καμπόσο. "Τι τα θες;" συλλογίστηκα. Σταδιακά άρχισα κι εγώ να "παγώνω". Αλλά η ώρα μου δεν είχε έρθει ακόμα. Είπα πρώτα να ξεθάψω
κάποιες από τις εγκόσμιες θύμησες. Κι ύστερα ας γίνω κι εγώ κολόνα.
Κάπως έτσι αρχίσανε να ΄ρχόνται στο νου σκόρπιες μνήμες. Άλλες παιδικές, άλλες εφηβικές... Κάτι σαν όνειρο. Μα την αλήθεια, σας λέω, δεν σας
κάνω πλάκα, και οι ψυχές ονειρεύονται. Κοκαλωμένες μες στον αιώνιο ύπνο τους. Σκαλίζοντας αναμνήσεις, ξεχασμένες, από άλλον κόσμο. Τον κόσμο των φθαρτών σωμάτων. Και γελούν για όσα εκάμαν εκεί κάτω α-νόητα.
Επέστρεψα ξανά στη Γή.
* * *
2. Η Άλλη Ευτυχία
Ήμουνα μικρό παιδί και καβάλα σ΄ ένα τρίκυκλο ποδηλατάκι ανηφόριζα το στενοσόκακο της γειτονιάς. Μπροστά, πάνω σ΄ ένα άλλο, προχωρούσε γρηγορότερα ο Θήτα, ο αδελφός μου, ένα χρόνο μεγαλύτερος. Πιο πίσω
ακολουθούσε η Φι, η μάνα μας. Ανάμεσα στα σκέλια μου ήταν σφηνωμένο ένα μήλο, που σε κάθε πενταλιά ανεβοκατέβαινε. "Να το φας με τη φλούδα! Είναι πλυμένο! Εντάξει Κλέαρχε;" ακούστηκε η προστατευτική
της φωνή. -"Ναι μαμά!" ανταποκρίθηκα με περισσή προθυμία. "Πες μου, τί είσαι εσύ Κλέαρχε;" με ρωτούσε συχνά. -"Το πιο ευτυχισμένο παιδί του κόσμου!" απαντούσα στερεότυπα αλλά πάντα με
τη ίδια ζέση. -"Γιατί:" -"Επειδή έχω μανούλα που με λατρεύει!"
Η Φι μ΄ έμαθε γράμματα. Το σχολείο, μου προκαλούσε απέχθεια. Από τη πρώτη μέρα με υποδέχτηκε με άφθονο κι απάνθρωπο ξύλο. Ελευθερία λεγόταν η
δασκάλισσα. Μιλάμε για πολύ βαρύ χέρι. Δεν καταλάβαινε τίποτε. Το φχαριστιότανε η πουτάνα. Απολάμβανε τα χαστούκια πού ΄δινε. Ξυλοκοπούσε τους πάντες με φανερή ηδονή. Δηλαδή, όχι ακριβώς τους πάντες. Η αδυναμία
της ήταν οι άσημοι μαθητές. Εκεί εκτόνωνε τον σαδισμό της. Τώρα θά ΄ναι πάνω από από εξήντα πέντε χρονώ. Καλή της ώρα. Έτσι άρχισα να μαθαίνω τί σημαίνει μίσος. Δεν ήταν και τόσο ανεξήγητη η βαναυσότητα αυτής
της γυναίκας. Εποχή της χούντας. Κι ο άντρας της τα ίδια έκανε. Αξιωματικός της χωροφυλακής. Κοκορευότανε πως είχε μετρήσει τα παΐδια όλων των αριστερών της περιοχής του. Όλοι μας - θύτες και θύματα - παιδιά μιας
βάναυσης εποχής.
"Μαμά, μαμά όταν μεγαλώσω εσένα θα παντρευτώ. Εσένα αγαπάω!" Οι άλλοι γελούσαν όταν μ΄ άκουγαν. Δεν καταλάβαινα γιατί. Αλλά η εποχή
της αθωότητας είναι διαβατάρικη, όπως και κάθε τι ανθρώπινο. Αυτές, οι έντονα χαραγμένες στη μνήμη παραστάσεις, ήταν κι εκείνες που ήρθαν στο νου λίγο προτού αυτοκτονήσω.
Τό ΄χα φιλοσοφήσει το πράγμα. Η ζωή μου ήταν αβίωτη. Σκέτη ταλαιπωρία. Η απόφαση ψύχραιμη. Στα τριάντα πέντε ήμουνα. Μ΄ ασκημένη σκέψη.
Έτσι θαρρούσα! Τρομάρα μου! Εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν απόφαση της στιγμής. Εφτά χρόνια το γυρόφερνα ώσπου να καταλήξω εδώ που είμαι τώρα, εικόνα παγωμένη, δίχως σώμα αλλά με μνήμες, πανάθεμά τες... Φαίνεται πως
δεν είναι εύκολο κανείς να ξεμπερδέψει μια κι έξω με την "πόλη" του. Τελοσπάντων.
Κι έναν καλός λογογράφος, εκείνες τις στερνές μέρες κλαψούριζε. "Γιατί η ζωή είναι τόσο σύντομη κι ο θάνατος αναπόφευκτος;" παραπονιότανε
με θλίψη. Κι έσταζαν οι σκέψεις του μελαγχολία καθώς στεκότανε μετέωρος μπροστά στο παράλογο μυστήριο της ζωής. Νικόδημος στο όνομα. Εκείνο το βράδυ γέλασα πικρόχολα. Είδα στα γραφτά του Νι, τη δυστυχία
που του προκαλούσε η πρόσκαιρη ευτυχία του. Δικαιολογημένα υπέφερε ο δύσμοιρος Νι. Κατάφερε να πάρει από τη ζωή τις χάρες της. Να τού ΄ρθουν βολικά. Να δρέψει δάφνες. Φυσικά δεν έγινε ένας
Νίτσε, ώστε να παρηγορηθεί με το χάπι της υστεροφημίας. Όμως κατάφερε στο χωριό του να γίνει κάποιος. Ήταν αυτός που μίλησε για τη δυστυχία του να είναι κάποιος συντοπίτης του. Σα διάβηκε τα πενήντα, κοίταξε
το δέντρο της επιτυχίας του κι είδε πόσο καχεκτικό ήταν. Ούτε ψηλότερο γινότανε και τις ρίζες του έχανε. Κάποια στιγμή σκέφτηκε να μιλήσει και για την δυστυχία του να νιώθει κάποιος ευτυχής, αλλά δεν το
προχώρησε. Είχε καταπιαστεί μ΄ έναν ομοεθνή του νομπελίστα ποιητή κι ως γνωστόν η μέρα δεν έχει σαράντα ώρες.
Ωστόσο, πάω στοίχημα, ότι δεν του πέρασε ποτέ από το νου να στοχαστεί και πάνω στο ζήτημα της ευτυχίας, του να είναι κάποιος αφόρητα δυστυχής.
Όπως εγώ λογουχάρη. Ό,τι τρόμαζε τον Νι, για μένα ήταν λύτρωση. Ο θάνατος. Αυτός ήταν το αποκούμπι μου. Ακόμα κι η χαρά μου. Κι επειδή αργούσε νά ΄ρθει τον επίσπευσα. Μάταια ένας φίλος θεολόγος μου πιπίλιζε το μυαλό για να καταλήξει κάθε φορά: "η ζωή είναι δώρο του θεού. Όποιος την απορρίπτει αρνείται και το Θεό!". Και δεν ήμουν διόλου καταθλιπτικός. Κάθε άλλο! Αγαπούσα τη ζωή. Μακάρι να μη μού ΄τρωγε τα σωθικά ο καρκίνος. Αυτή θα ήταν η ευτυχία μου κι ας μην είχα ούτε ψωμί να φάω, που λέει ο λόγος. Πριν με βρει το κακό ήμουν άνθρωπος ολιγαρκής με τεράστια υπομονή. Όμως, με τον ερχομό της αρρώστιας, σταδιακά άλλαξε κι η ψυχοσύνθεσή μου.
Γιαυτό γέλασα πικρόχολα σα διάβασα το παράπονο του Νι. Η ανημποριά μ΄ είχε κάνει κακεντρεχή. Κι η κακοπάθεια, άνθρωπο ταπεινό. Πάλεψα όσο
μπορούσα. Οι γιατροί ήταν καταδικαστικοί. Στο νοσοκομείο, παρακαλούσα να μου δώσουν παυσίπονα με τις χούφτες. Από ΄να σημείο και μετά δε μού ΄καναν τίποτε. Ναρκωτικά απαγορεύονταν. Έτσι ήμουνα υποχείριο
ενός απερίγραπτου πόνου. Στου Θεού μας το έλεος γυρτός, κατά πως λέει κι ο ποιητής.Ας έρθει τώρα ο Παντογνώστης να μου ζητήσει εξηγήσεις. Μίσησα τη ζωή. Σπάνια μ΄ έπαιρνε ο ύπνος. Αλλά κι όταν τύχαινε να κλείσουν τα μάτια μου για λίγο, και τότε υπέφερα. Κάθε φορά με ξυπνούσε ένας αλλόκοτος εφιάλτης. Αξίζει να τον αφηγηθώ: Ήμουνα, λέει, άρρωστος βαριά με πυρετό σωστή λάβα. Έκαιγα ολόκληρος κι από άκρη σε άκρη όργωναν το κορμάκι μου χιλιάδες αγκίστρια. Άκουσε ο κατά πέντε έτη μεγαλύτερος αδερφός τον πόνο μου κι ήρθε να με γλιτώσει. "Το χέρι μου!" ούρλιαξα. Σηκώνει το μανίκι και βλέπουμε μια φλέβα είχε τρυπήσει κι από μέσα πρόβαλε το κεφάλι ενός φιδιού. Το τράβηξε με δύναμη κι όπως ήταν λουσμένο στο αίμα το πέταξε στο τζάκι. "Γλίτωσες αδερφέ μου" είπε, και προτού αποσώσει τη λαλιά του καινούργιο κεφάλι ξεπρόβαλε. Κι ως το πρωί έβγαζε φίδια που τελειωμό δεν είχαν. Τελικά κιότεψε. Μ΄ αφήκε μονάχο. Έβγαλα καμπόσα. Απόστασα. Παραδόθηκα στη φρίκη τους...
Ξεχάστηκα. Συμπεριφέρομαι λες και τα πάθη μου ζωντάνεψαν ξανά. Τόσο νωπή είναι ακόμα εκείνη η θλιβερή μνήμη. Καλά έκανα και τό΄ σκασα με
τη θέλησή μου. Κάπου πίσω στη γραμμή θά ΄ναι κι ο Νι. Τι ωραία να τον συναντούσα εδώ πάνω! Αλλά κανείς δεν τολμά να ξεμυτίσει από το πόστο του. Κολλημένος στην αιωνιότητα! Αυτή η καθήλωση κι αν είναι μπελάς!
Δεν την χωνεύω με τίποτε. Γιαυτό να με σνομπάρουν οι αγγέλοι;
Άπειρες αναμνήσεις ξέχωσα, τη μια μετά την άλλη. Αρκετές φορές, όχι μια. Ώσπου στο τέλος ξέχασα να αισθάνομαι
. Και τώρα καρτερώ την ημέρα της κρίσης μου. Εκτός αν ξαφνικά ξεπαγώσω κι αστόχαστα σπαράξω από τη γραμμή όπου με κάρφωσαν με την πειθώ του φόβου μπροστά στο τίποτα... Έχω... έχω καιρό μπροστά μου!
* * *
3. Αποκάλυψη τάχα...
Όσο παράλογη ήταν η ζωή, άλλο τόσο κι η αναμονή μπροστά στην αθανασία. Με τη διαφορά ότι στη ζωή υπάρχει ο χρόνος που φαίνεται και μας γερνάει με κάθε γύρισμα του ήλιου. Κι εδώ, υπάρχει χρόνος, αλλά τρέχει στα
μουλωχτά, είναι κρυφός. Στην αρχή τον υπολογίζεις από τη συχνότητα που μεγαλώνει η ουρά. Ύστερα, χάνεται. Οι ψυχές πού ΄φτανε το μάτι μου - πίσω και μπροστά - είχαν παγώσει από τον καιρό πού ΄χα βαρεθεί να θυμάμαι.
Ανακάλυψα ακόμα πως είχαν αποχωρήσει, σε ανύποπτο χρόνο, οι αγγελοδιάολοι. Όταν ξέφτισε οριστικά κάθε επίγεια θύμηση, δεν μπορούσες πια να ξεχωρίσεις ποιος ήταν διάολος και ποιος άγγελος. Γιατί μαζί με όλα
τ΄ άλλα είχαν χαθεί μια κι έξω και τα αισθητικά πρότυπα του ευπαρουσίαστου (άγγελοι) και του σιχαμερού (διαόλοι). Ακόμα και το δίλημμα: "να βγω ή να μη βγω έξω από την ουρά", κι αυτό είχε σβήσει. Πώς
τα θυμάμαι όλα τούτα, θα αναρωτιέστε. Υπομονή και θα μάθετε.
Κάποτε, με ξύπνησε μια μουρμούρα. Κοιτάζω γύρω και βλέπω μερικές εικόνες-ψυχές μπροστά, και το πιο σπουδαίο, ξεπαγωμένες. Και αρκετές πίσω
μου, το ίδιο. Προς στιγμήν νόμισα ότι γύρισα στην εποχή πού ΄μουνα νεοφερμένος. Αλλά έπεσα έξω προς μεγάλη μου έκπληξη κι ευχαρίστηση. Μετράω τις προπορευόμενες εικόνες και δεν τις βγάζω πάνω από πενήντα.
"Τι συνέβη;", διερωτήθηκα. Δεξιά κι αριστερά, ήταν παραταγμένες πυκνές σειρές αγγελοδιαόλων. Σάλεψε και της Χριστίνας η εικόνα και θωρούσε δώθε-κείθε απορημένη, όπως και οι άλλες εικόνες
πού ΄τανε σιμά μας.
Σαν τις αρκούδες, που μόλις ξυπνούν από τη χειμερία νάρκη και μέχρι να βγουν από τη σπηλιά σκουντουφλάνε όσο να ζεσταθεί το αίμα τους για καλά, έτσι
κι εμείς ξεπαγώναμε λίγο-λίγο, ανακαλύπτοντας σταδιακά την ονειρική υπόστασή μας. Οι Άγγελοι αυτοσυστήθηκαν υπενθυμίζοντάς μας από πού ήρθαμε και που ήμασταν, αρνούμενοι κατηγορηματικά να δώσουν περαιτέρω
διευκρινίσεις εκτός από το ότι καλά θα κάναμε να μην έχουμε σούρτα-φέρτα με τους διαόλους και τελοσπάντων πλησιάζει η στιγμή που τόσο καρτερούσαμε: η ώρα της κρίσης μας.
Κανείς δε μιλούσε με κανέναν. Όλοι κοιτούσαμε την πρώτη, στη σειρά, ψυχή. Κάποτε αυτή που λογαριαζότανε για πρώτη, χάθηκε. Μετά ήρθε η σειρά της
επομένης. Κι όλο ο αριθμός μειωνότανε. Περισσότερο μοιάζαμε με μελλοθανάτους παρά με ψυχές που περιμέναν να κριθούν. Αλληλοκοιταζόμασταν για να πάρουμε θάρρος αλλά επειδή πέφταμε ο ένας πάνω στην τρομαγμένη
φάτσα του άλλου κοντέψαμε να τρελαθούμε από την αγωνία. Έτσι για να καταλάβετε πως ο φόβος για το άγνωστο δεν πολεμιέται εύκολα κι ούτε ταλαιπωρεί μονάχα τους εν ζωή ανθρώπους. Είναι συναίσθημα που ακολουθεί
και τις ψυχές, δηλαδή τις εικονικές αναπαραστάσεις των άλλοτε σωμάτων μας.
Είχε φύγει κι η Χριστίνα, το ίδιο ξαφνικά όπως κι οι προηγούμενοι. Που πήγαν κανείς δεν ξέρει. Τώρα πια ήμουν στη κεφαλή της ατέλειωτης ουράς.
Περίμενα. Στην αρχή ανησυχούσα. Μετά ξέχασα γιατί ήμουνα εκεί. Είχα πάψει να κοιτάζω δεξιά τους αυτόκλητους αγγέλους, αριστερά τα ήσυχα διαολάκια και πίσω, αυτόν τον καταψύκτη των ψυχών. Και ως διά μαγείας, εντελώς
απροειδοποίητα βρέθηκα στο τίποτα, μεταξύ του απείρου και του χάους. "Θά ΄ναι μέρος της διαδικασίας" συλλογίστηκα. Και δε βγήκα ψεύτης. Προσπάθησα να μετακινήσω την εικόνα μου. Αδύνατον! Μη έχοντας
τίποτε καλύτερο να κάνω, περίμενα. Ήρθε στο νου, τότε, όλο το ταξίδι που διέγραψε η ψυχή μου από τότε που έπαψα να ζω ως θνητός. Αν αλήθευαν τα όσα μας είπαν οι άγγελοι, έπρεπε από ώρα σε ώρα να κριθώ από τον Μεγαλοδύναμο,
ή τελοσπάντων από κάποιον αντιπρόσωπό του. Έτσι κι έγινε, ή μάλλον, κάπως έτσι.
Εμφανίζεται μια εικόνα, που φορούσε στερεότυπη αγγελική στολή, λευκό χιτώνα. Καλοσυνάτη μορφή. "Ήρθε επιτέλους η ώρα;" τον ρώτησα. Μ΄
ένα καταφατικό νεύμα και γεμάτο χαμόγελο μού ΄δωσε να καταλάβω πως βρισκόμουνα απέναντι στον Κριτή μου. Τον ρώτησα αν ήταν ο Θεός. "Αντιπρόσωπός του είμαι" μου είπε και πρόσθεσε: "Με τον Παντοδύναμο θα τα πείτε στην Τελική Κρίση σου. Αυτή είναι προκαταρκτική. Από μένα θα μάθεις ό,τι ζητάει η ψυχή σου. Ύστερα θα σε δει ο Πάνσοφος και θα σου ανακοινώσει την Απόφασή Του. Ήρθε η ώρα να πάρεις τις απαντήσεις στα ερωτήματα που τόσο βασάνισαν τη δυστυχισμένη σου ψυχή. (Δυστυχισμένη, δεν θα πει τίποτα!) Είμαι όλος δικό σου. Ας ξεκινήσουμε. Με λένε Θείο Αντιπρόσωπο. Μπορείς να με λες απλώς Άλφα".
Περιχαρής ξεκίνησα το παιγνίδι των ερωτήσεων. Πρώτα όμως έπρεπε να νιώσω ότι, όλα όσα αισθανόμουνα, ήταν αλήθεια κι όχι μια ψευδαίσθηση.
"Απόδειξέ μου, του λέω, πώς εκείνα που έζησα ως θνητός και τούτα που νιώθω ως εικόνα, δεν είναι καμώματα της φαντασίας". Αντίς να μ΄ αποκριθεί προτίμησε να χαμογελάσει. Πήρε ένα ύφος βαριεστημένο και
με... ταχτοποίησε καταλλήλως!
_ "Στη μεταθανάτια ζωή υπάρχουν εκείνοι που δεν είναι παγωμένοι και που συναναστρέφονται εμάς τους Αγγέλους. Δεν μπορώ να σου αποδείξω,
ότι δεν είσαι ψευδαίσθηση, επειδή είσαι κάτι σαν ψευσαίσθηση. Απλώς είσαι μια ψευδαίσθηση που έχει συνείδηση της ύπαρξής της. Αυτό το βίωμα, στη μετά θάνατον ζωή, συνιστά και την ύπαρξη της ψυχής. Πεθαμένη ψυχή είναι η αμετάκλητα παγωμένη εικόνα της ψυχής. Η απόλυτη μοναξιά. Σε τελική ανάλυση, η εφήμερη σωματική ζωή κι η ζωή των ψυχών είναι ένα μέρος του σύμπαντος. Με μια διαφορά: μόνο οι θνητοί άνθρωποι και οι ψυχές τους αισθάνονται ότι υπάρχουν."
Τον άκουγα προσεχτικά. Με μάγεψε ο ήχος της φωνής του. Μιλούσε με τόση βεβαιότητα που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Απ΄ όσα έλεγε, ελάχιστα
καταλάβαινα. Με μπέρδεψε με τις φιλοσοφίες του. Σχεδόν αβίαστα τον ξαναρώτησα: "Γιατί να υπάρχει ο άνθρωπος και η ψυχή του; Ακόμα κι αν δεχτώ πως όσα λες είναι αλήθεια, τί κερδίζει ο άνθρωπος και σε τί
εξυπηρετεί αύτη η φαινομενική υπεροχή του σε σχέση με τα υπόλοιπα δημιουργήματα του Θεού;".
_"Ο άνθρωπος και η ψυχή του υπάρχουν επειδή το θέλει ο Θεός. Εκείνος επέλεξε να του δώσει αυτήνη την ιδιότητα. Από καπρίτσιο. Κι οποιανού
του αρέσει. Εμείς οι άγγελοι κι εσείς οι ψυχές είμαστε τα παιγνίδια του Πανάχραντος. Η αιωνιότητα κρύβει μεγάλη μοναξιά. Κι επειδή ο Προαιώνιος έπληττε, έφτιαξε εμάς για να δώσει νόημα στη δική του αυτοσυνειδησία, χρησιμοποιώντας φυσικά την απέραντη δύναμή Του."
-"Κι ο Θεός από πού ήρθε;" ξαναρώτησα.
_"Αυτό προσπαθεί να μάθει. Άγγελοι και εικόνες, είμαστε τα πειραματοζωά του."
-"Θες να πεις ότι δεν γνωρίζει, και πως εσείς κι εμείς τον βοηθάμε να μάθει;"
_"Ακριβώς!"
-"Αφού ξέρει τα πάντα για μας, τότε πως τον βοηθάμε;
_"Καλά τα λες. Για μας, ξέρει τα πάντα. Για τον εαυτό Του γνωρίζει ελάχιστα ή μάλλον τίποτα. Κι επειδή του μοιάζουμε λιγάκι, μας παρατηρεί μπας
και τού ΄ρθει καμιά έμπνευση και καταφέρει κάποτε να ξεφύγει από το σύμπαν Του, τη φυλακή Του."
-" Κι οι διαόλοι, πώς προέκυψαν;"
_" Οι άγγελοι που κουράστηκαν να υπακούνε τις προσταγές του Παντοκράτορα, μετατρέπονται αυτόματα σε διαόλους. Αυτοί δεν κάνουν τίποτε
άλλο απ΄ το να κοπροσκυλιάζουν. Ριγμένοι στην αιώνια απραξία, μόνη τους χαρά είναι η προσπάθεια να βρουν μιμητές. Κάτι σαν τη κολοβή αλεπού..."
-"Σοβαρά, περιμένεις να σε πιστέψω;"
_"Ούτως ή άλλως δεν έχεις άλλη επιλογή."
-"Και νομίζεις ότι αυτές σου οι απαντήσεις είναι ικανοποιητικές; Λες, ότι εμείς οι ψυχές έχουμε συνείδηση της ύπαρξής μας. Δηλαδή, αν όλα τούτα
είναι μονάχα γεννήματα της φαντασίας μας, τότε τί σόι υπάρξεις είμαστε;"
_"Τότε που ζούσες στη Γη, καταλάβαινες πως υπήρχες επειδή πονούσες, γελούσες, διψούσες, έτρωγες, σκεφτόσουνα κτλ. Τώρα δεν έχεις παρά να πεις :
φαντάζομαι, άρα υπάρχω!"
-" Μμμ, σπουδαία συμβουλή!"
Ο Άλφα ήταν καλά διαβασμένος. Εννοώ πως, γνωρίζοντας καλά τον τρόπο σκέψης μου, χρησιμοποιούσε τα δικά μου όπλα για να με ξαποστείλει. Υιοθετώντας τη
λογική μου, την οδηγούσε συνεχώς σε αδιέξοδα. Ήταν η μόνη "γλώσσα" που νόμιζα ότι ήξερα και κατάφερε να με πείσει πως ήταν για πέταμα. Οι απορίες μου, διατυπωμένες με τη βοήθεια λογικών τεχνασμάτων,
το μόνο που κατάφερναν ήταν ν΄ ανοίγουν τρύπες στο νερό. Ή έπρεπε να φανταστώ μια άλλη γλώσσα ή να συνεχίσω τις ερωτήσεις ώσπου να βαρεθώ. Και πώς να φανταστώ μια άλλη γλώσσα όταν τα υλικά της φαντασίας μου
είναι γήινα και στηρίζονται μονάχα σ΄ ό,τι απόχτησα κατά τη διάρκεια της ζωής μου; Τώρα που το καλοσκέφτομαι διαπιστώνω πως κάνω ένα μέγα σφάλμα: περιμένω ν΄ αντιληφθώ με τις γήινες μου αισθήσεις ένα χώρο
ονειρικό και προπάντων άυλο. Ζητώ χειροπιαστές αποδείξεις τη στιγμή που δεν έχω χέρια και αφή! Είναι παράλογο! Σα να προσπαθεί ένας θνητός να πετάξει με τα χέρια του! Αυτά τα συζήτησα με τον Άλφα και συμφώνησε. Τότε
αντιλήφθηκα πως ο αγώνας ήταν "σικέ". Εγώ τον είχα υπονομεύσει άθελά μου. Αλλά και πάλι τί άλλο μπορούσα να κάνω;
Τον ρώτησα για πρόσωπα αγαπημένα πού ΄χαν γίνει εικόνες πριν από μένα και γι΄ άλλα που είχα αφήσει πίσω μου. "Ο καθένας παίρνει το
δρόμο του", παρατήρησε σιβυλλικά και δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση να επιμείνω για περισσότερες διευκρινίσεις. Εξάλλου δεν είχε νόημα. Σώπασα για λίγο. Οι ερωτήσεις μου ήταν πλάσματα χωρίς προορισμό. Όταν ένας
Θεός μας δημιουργεί για να περάσει την ώρα του, τί περιμένεις από κει κι ύστερα! Κι όταν μάλιστα ο Ίδιος αγνοεί την προέλευσή του, χέσε θέατρο και κατούρα παράσταση! Αυτά συλλογιζόμουνα όταν με ρώτησε ο Άλφα αν τον
θέλω τίποτε άλλο. "Κάτι έχω ακόμα". του είπα αποκαμωμένος και δίχως να το πολυπιστεύω. "Πού πρόκειται να πάω από εδώ κι ύστερα;"
-"Στην ουρά ξανά ώσπου να σε κρίνει ο Παντογνώστης".
-"Και οι διαόλοι τί χρειάζονται;"
_"Βοηθάνε να σπάει λίγο η μονοτονία."
-"Και τόσες αδικίες που γίνονται στη Γή;"
_"Εκεί γίνονται κι εκεί μένουν".
Η λέξη απογοήτευση είναι πολύ μικρή για να περιγράψει τα όσα ένιωσα. Περιθώρια για περισσόρες ερωτήσεις δεν είχα, ούτε κουράγιο αλλά ούτε κι
έμπνευση. Έτσι έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί.
- "Τι Κρίση είναι αυτή;"
_ "Η απόφασή Του για το τί θ΄ απογίνεις ύστερα."
- "Και με βάση ποιά κριτήρια θα αποφανθεί για την τύχη της ψυχής μου;"
_ "Με τα δικά Του."
- "Σ΄ ευχαριστώ Άλφα, με καταϋποχρέωσες!"
Πήγε στην ευχή του Θεού, για να μην πω τίποτε άλλο και παραξηγηθώ. Μπήκα ξανά σε μιαν άλλη ουρά. Πάλι η Χριστίνα μπροστά μου και παραπέρα οι
Κινέζοι. Ήταν η μοναδική φορά που εδώ πάνω αισθάνθηκα πως βρίσκομαι σε οικογενειακό περιβάλλον. "Τι χαμπάρια Χριστίνα;" Η καημένη χάρηκε που με είδε. -"Άσε, έμπλεξα μ΄ έναν άγγελο και απ΄
όσα μου είπε δεν κατάλαβα γρι!" -"Τι λες ρε Χριστίνα!" προσποιήθηκα τον ανήξερο. Τελοσπάντων είπαμε τον καημό μας. -"Κι εκεί (στη Γη) δεν βγάζαμε άκρη κι εδώ το ίδιο", παραπονέθηκε. -
"Υπομονή Χριστίνα, έχουμε ακόμα... μέλλον μπροστά μας. Τί λές; Ρίχνουμε ένα πάγωμα μέχρι να μας ξυπνήσουνε για την τελική μας Κρίση;"
* * *
4. Ενώπιόν Του
Ενώπιος ενωπίω, που λένε. Ο Προαιώνιος ήταν μια εικόνα πού ΄μοιαζε με τον Άλφα. Μου κόπηκαν τα ήπατα. Έχασα και τη φωνή μου. Υποκλίθηκα αμήχανα. Δεν είναι λίγο πράγμα να στέκεσαι απέναντι στον Πλαστουργό.
Ύστερα θυμήθηκα τις εξηγήσεις του Άλφα. Έχω μπροστά μου τον Δημιουργό όλων πλην του εαυτού Του. Τον κοιτούσα και πάλευα να συμμαζέψω τη σκέψη μου. Αν και είχα προειδοποιηθεί γι΄ αυτήν τη συνάντηση ωστόσο ένιωσα πως ήμουν εντελώς ανέτοιμος. Από που ν΄ αρχίσω και που να σταματήσω. Η Αλήθεια που μού ΄χε αποκαλύψει ο Άλφα ξανάρθε στο νου. Τότε πείσμωσα. Σα νά ΄σπασε κάτι μέσα μου και δίχως να το θέλω αισθάνθηκα μίσος και οίκτο για το Θεό μας που μας έπλασε, έτσι για να κάνει το κέφι του και να διασκεδάσει την άγνοιά του. Κι ο Θεός μας, σκέφτηκα, είναι ένα αξιολύπητο πλάσμα. Εμείς τουλάχιστον, αργά ή γρήγορα, γνωρίζουμε το Δημιουργό μας. Αυτός όμως μοιάζει κυριολεκτικά πεταμένος στο άπειρο.
Ταυτόχρονα με κυρίευσε και μια αλλόκοτη απόγνωση. Δεν ήθελα να παραδεχτώ πως εμείς οι ταπεινοί άνθρωποι είμαστε μπαίγνια στα χέρια ενός αυθαίρετου
υπέρτατου όντος που σκοτώνει την ώρα του παίζοντας με τον πόνο μας. Θόλωσε το μυαλό μου. Γιατί, πως να το κάνουμε, το ενδεχόμενο να παραμείνω ες αεί μια άδεια εικόνα υποταγμένη στις διαθέσεις του Μεγάλου κομπλεξικού, δεν με ενθουσίαζε ιδιαίτερα. Οπλισμένος με το θάρρος των απελπισμένων, ξεκίνησα την κουβέντα μαζί Του σαν ίσος προς ίσον. Αργότερα πού ΄φερα στο νου τη στιχομυθία μας, είδα πως δεν κατάφερα ν΄ αποφύγω τον στόμφο. Πάσχισα με βαρύγδουπες κουβέντες να Τον τσαντίσω, αλλά ο Πλάστης δεν καταλάβαινε από τέτοια. Απεναντίας.
- " Είσαι ο Πλάστης κι εγώ ένα τίποτα. Είμαι περίεργος. Τί χρειάζεται αλήθεια αυτή η διαδικασία αφού όλα τα κατέχεις;"
_ " Έλα ντε !" Από τον τρόπο που απάντησε κατάλαβα πως έπαιζε, ήθελε να με κουρδίσει. Και δε Του χαρίστηκα. "Χαμένος για χαμένος"
, σκέφτηκα.
- "Είμαι δημιούργημά Σου..."
_ "Σώωπαα !" με ειρωνεύτηκε.
- "Θεός να σου πετύχει !" συλλογίστηκα και τότε ξέσπασα: "Κι επειδή μας έφτιαξες πρέπει να σου χρωστάμε ευγνωμοσύνη; Τι είναι αυτό που
μου χάρισες; Μ΄ έριξες στη γη και το μόνο που εισέπραξα ήταν φρίκη. Μ΄ έφερες εδώ κι ώσπου να σε συναντήσω κατάντησα κατεψυγμένος. Μου αποκάλυψε κι o Άλφα την τόσο... ευφάνταστη Αλήθεια! Αυτό κι αν
ήταν χάρη! Κι τώρα με δουλεύεις κανονικά σαν αλάνι του δρόμου. Ωραίος είσαι του λόγου σου ! Ε, λοιπόν εσύ είσαι ένας άσπλαχνος Πατέρας. Μας έφτιαξες για το κέφι σου και μας πέταξες στα σκουπίδια για να δεις
πόσο αντέχουμε τη μπόχα..." Είπα κι άλλες φανφάρες. Μ΄ άκουγε, αλλά, μάλλον, από το ύφος του κατάλαβα πως όσα τού ΄σερνα, τά ΄χε ξανακούσει.
_ " ... μωρέ θράσος", παρατήρησε, τάχα πεισμωμένος, κι έκδηλα ανεξίκακος.
- "Αν ποτέ σου, Θεέ μου, συναντήσεις τον Πλάστη Σου, δε θα του ζητήσεις εξηγήσεις που σε παράτησε μέσα στο χάος μόνο κι έρημο σαν καλαμιά
στον κάμπο;"
_ " ... και καθόλου πρωτότυπος..."
- "Όχι, πες μου, εσύ στη θέση μου θα ένιωθες ωραία, εάν ανακάλυπτες πως κάποιος σε κατασκεύασε έτσι για την πλάκα του;"
Έδειξε κατανόηση ο Πλαστουργός. Η επιθετικότητά μου μάλλον Τον διασκέδαζε. Και φυσικά δεν αιφνιδιάστηκε καθόλου αφού όλα τά ΄ξερε κι όλα τα
περίμενε. Πολύ πληκτικό να γνωρίζεις εκ των προτέρων τα μελλούμενα. Παρασύρθηκα για λίγο. Αλλά σύντομα διαπίστωσα πως δεν Του ΄λεγα τίποτα καινούριο. Έτσι το βούλωσα. Οπότε Εκείνος μπήκε στο ψητό:
_ " Τι προτιμάς; Κόλαση ή παράδεισο;"
- "Τι είναι τό ένα και τί το άλλο;"
_ "Στον παράδεισο κάθε εικόνα έχει και μια αποστολή που της αναθέτω. Αν σε στείλω στην κόλαση σημαίνει ότι παύεις να αισθάνεσαι πως υπάρχεις ως
ψυχή. Περνάς για πάντα στην ανυπαρξία κι όταν μού ΄ρθει σε ξαναρίχνω στη Γή. Έτσι σου δίνω άλλη μια ευκαιρία να με ξανασυναντήσεις με άλλες διαθέσεις. Φυσικά εσύ δε θα μάθεις ποτέ αν προϋπήρξες."
- "Τι λε ρε παιδί μου! Αυτό κι αν είναι δίλημμα! Δε μπα να με στείλεις όπου θες; Το ίδιο μου κάνει." Και μ΄ έστειλε...
Δεν ξέρω αν αυτό στο οποίο είμαι τώρα λέγεται κόλαση ή παράδεισος. Με συνοπτικές διαδικασίες, ο Ποιητής των πάντων, μου ανάθεσε ετσιθελικά,
μια πολύ ανιαρή αποστολή: κοιτάζω κάποιον που σέρνει μια πέτρα θεόρατη ως την κορυφή ενός βράχου. Κι όταν την ανεβάζει ως απάνω, εκείνη κυλά πάλι στα ριζά και ξανά ματά τα ίδια. Τον λένε Σίσυφο. Το δικό μου μαρτύριο
έχει άλλη... γοητεία. Εδώ καθηλωμένος σκέφτομαι συνεχώς κι άκρη δε βρίσκω. Ο Σίσυφος με την πέτρα πάνω-κάτω, κι εγώ με τις σκέψεις γύρω-γύρω. Προσπαθώ να βρω μια εξήγηση για τούτα που φαίνονται.
Πέρασε μια δόση κι ο Άλφα. Κάναμε καλή παρέα. Τού ΄πα τα παράπονά μου. "Μα τί κάνω εδώ πέρα; Και καλά εγώ, αυτός εκεί αντίκρυ, τί χρωστάει
και τραβάει εκείνο το κάρο;". Φυσικά είχε απαντήσεις, μόνο που τώρα δεν τους έδωσα και πολλή σημασία. Ίσως επειδή ρωτούσα από συνήθεια κι όχι από γνήσιο ενδιαφέρον όπως παλιότερα. Είπε κι αυτός τα δικά του.
Έξαφνα που το πέταξε: "Πάω μέχρι τη Γη. Θες κάτι;"
Καταχάρηκα.
-" Αυτά που μου συνέβησαν βάλ΄ τα στο μυαλό κάποιου και κάν΄ τον να τα γράψει".
_"Έγινε".
Και πήγε στο καλό. Αυτή τη φορά τον συμπάθησα. Ποιος ξέρει γιατί. Μα τι βλακεία είναι κι αυτή να ψάχνω τα αναθεματισμένα γιατί;
Εξακολουθώ να βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση.. Παρακολουθώ ένα ακατανόητο παιγνίδι. Είναι φως φανάρι πως δεν υπάρχει περίπτωση να συλλάβω τη λογική του.
Κι εδώ είναι που φουντώνω. Να παγώσω, δε γίνεται. Ούτε να μετακινηθώ. Τώρα στα στερνά, βαρέθηκα να βρίζω τον Μεγαλοδύναμο. Από καμιά φορά περνάει για |