|
Τα χέρια μου περνάνε ανάμεσα. Αρχίζω να παραλογίζομαι. Όταν το κατάλαβα, προσπάθησα ν' αγγίξω
κάτι.Τα χέρια μου περνάνε ανάμεσα, αλλά κανείς δεν είναι εκεί . Αρχίζω να σκέφτομαι τρελά. Οι τοίχοι με
παρακολουθούν, αλλά εγώ μπορώ να περάσω ανάμεσα. Όλα γύρω μου, μοιάζουν συνηθισμένα , αλλά κάτι συμβαίνει, κάτι
απρόβλεπτο. Όλα δείχνουν κουρασμένα. Όλα κουράζονται στο πέρασμα του χρόνου. Σαν ένα σκονισμένο βιβλίο,
ξεχασμένο στο χρόνο. Ανοίγεις το βιβλίο και διαβάζεις το ίδιο γράμμα συνέχεια, συνέχεια και ξανά...
Σαν ένα ατύχημα της μνήμης. -Ω Θεέ μου!... -Γιατί; Όταν προσπαθώ ν' ακουμπήσω τις σκέψεις μου και να ονειρευτώ,
μου παίρνει πολύ καιρό. Δεν μπορώ να μιλήσω. Νιώθω κάτι περίεργο στο στόμα μου. Σαν κάποιο ον να τρώει τις
σκέψεις μου, αλλά κι αυτό δείχνει να κουράζεται στο πέρασμα του χρόνου. Κανείς τους όμως δεν καταλαβαίνει, ότι
για να γίνει αυτό, χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή.
|